Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008
Τα κουνούπια της καλοκαιρινής νύχτας και ο κος Freud
1300 λέξεις. Χωρίς σχόλια αυτή τη φορά. Όποιος αντέξει…
Διαφορετικά, διαβάστε περίληψη στο τέλος.

- Λοιπόν κα. Βούλγαρη, πως πάμε;
Με ρωτά με την μελωδική φωνή της. Διεκπαιρεωτικά!
Την βλέπω εκεί στο γραφείο της με τα δύο κινητά της να χτυπάνε συνέχεια, να με κοιτάει με το ήρεμο βλέμμα της. Και πως πρέπει να είναι το βλέμμα μιας γιατρίνας που θεραπεύει τις ψυχές; Έτσι ήρεμο και χαλαρό -με βαρεμένους ανθρώπους έρχεται σε επαφή, μην την αρπάξει κανένας τρελός και έχουμε άλλα!-
Θέλω να της απαντήσω ότι δεν είμαι καλά, ότι η θεραπεία που θα με έφερνε στα ίσια μου σε έξι μήνες, ενώ βάδιζε ωραία και καλά σε μια φαρδιά άνετη λεωφόρο, ξαφνικά αποφάσισε να κάνει παράκαμψη από τις ειδικές διαδρομές του Ράλι Ακρόπολις στην Πάρνηθα.
Αλλά, όταν είμαι μπροστά σε ανθρώπους ανέκφραστους όπως αυτή, κάτι παθαίνω, μου λείπει μια άκρη επικοινωνίας για να πιαστώ και να τα βγάλω όλα έξω.
- Καλά... καλά, ψελλίζω με την φωνή μου την αρρωστιάρα και σιγανή, είναι μια ειδική φωνή αυτή, λιγάκι τραγουδιστή που στέλνει σήματα «Βοήθεια, βοήθεια»
Αλλά η γιατρίνα μου δεν καταλαβαίνει από αυτά, πάω αναγκαστικά σ' αυτή γιατί ως γιατρός του ΙΚΑ μου συνταγογραφεί τα –πανάκριβα- φάρμακα μου.
- Α! ωραία! Είστε καλά! λέει με ικανοποιημένο ύφος. Τώρα το καλοκαίρι τα άτομα στην κατάσταση σας, καλυτερεύουν πάντα.
Γμ/το! Η ειδική μου φωνή δεν έπιασε αυτή την φορά.
Τι να της εξηγήσω τώρα; Ότι περπατάω στην κόψη ενός ξυραφιού και πανικοβάλλομαι στην ιδέα ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να κόψω τα φάρμακα;
- Κοιμάστε καλά το βράδυ;
- Μα… ναι.. τρεις ακόμα και τέσσερις ώρες, της απαντάω πρόθυμα.
- Και το Σαββατοκύριακο, συμπληρώνω στο σύνολο τρεις τέσσερις ακόμα. Η ειδική φωνή πιάνει δουλειά αλλά εκείνη δεν…
Σηκώνει τα μάτια της και με κοιτάει. Μέχρι τότε, ήταν σκυμμένη πάνω στους φακέλους της.
- Χμ… πρέπει να κοιμάστε κα. Βούλγαρη. Τόσος ύπνος δεν φτάνει.
Θέλω να της πω ότι όταν πέφτω για ύπνο στις 12, κλείνω το φως και κοιτάω το ταβάνι για δύο τρεις ώρες, στην αρχή δεν βλέπω τίποτα αλλά σιγά σιγά τα μάτια συνηθίζουν, διακρίνουν τα φωτάκια stand by των συσκευών, μαζεύουν φως απ'έξω και μετά ανοίγουν τα κουτιά με τις αναμνήσεις, τα γεγονότα ξετυλίγονται ανακατεμένα. Κάποια φευγαλέα, κάποια άλλα επιμένουν και οι λεπτομέρειες τους, οι ήχοι που τα συνόδευαν για παράδειγμα, περνάνε μπροστά μου δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο.
Σαν αόρατα κουνούπια, βουίζουν στα αυτιά μου μέσα στο σκοτάδι.
Σε αγαπάω, είσαι το άλτερ έγκο μου… ποιος… γιατί… πότε το άκουσα αυτό… ήχος της τηλεόρασης που παίζει μόνη της δίπλα
Η κόρη μου… μα ποιας η κόρη… και τι έκανε επιτέλους αυτή η κόρη; Η πόρτα της κουζίνας χτυπάει από τον αέρα
Σε εκτιμώ πολύ αλλά … Αχ! Καλό είναι αυτό… αλλά δεν γνωρίζω την φωνή...
Να βρεθούμε για … που να βρεθούμε πότε… γιατί… τι θέλω να πω… , ήχος ενός ξερού φύλλου της κληματαριάς που σέρνεται στην αυλή

Είχα δουλειές και δεν σε πήρα τηλέφωνο, α! ναι, να θυμηθώ να ρωτήσω πως πήγε το παιδί.

Αρχιτεκτονική στην Πάτρα ... γιατί δεν μου το είπες, τα ξένα παιδιά περιμένω για μα μπω στο τριπ αυτές τις μέρες... μα πότε έδινε πανελλήνιες; ... α ναι τρία χρόνια πριν… δοσ’ της τα φιλιά μου, όλες μου οι ευχές μαζί της… ήχος του φαξ διαπεραστικός
Πάρε με τηλέφωνο … πως?... δεν μένεις στο ίδιο σπίτι… πάρε με εσύ καλύτερα. Καλά.. πότε…;
Δεν ξέρω, όταν έχω καιρό… καλά... ηχος της Νερίνας t.c. που πηδάει με δύναμη από τη διπλανή ταράτσα στην σκάλα
Μην στεναχωριέσαι … μα πότε στεναχωρήθηκα, για ποιο λόγο… α ναι στεναχωρήθηκα όταν χάθηκες απότομα… ήχος του αέρα που φυσάει δυνατός
Το ξεχνάμε και αρχίζουμε από την αρχή … Το ξεχνάμε; ΤΟ ΞΕΧΝΑΜΕ;… μα ποιο ξεχνάμε… και ΠΩΣ το ξεχνάμε…

Κλαις… όχι, όχι γλυκιά μου αγάπη… , γελάω!


Περνάω το χέρι μου πάνω από το μέτωπο μου βίαια, λες και θέλω να τα απομακρύνω τα κουνούπια μ' αυτό τον τρόπο, "τι έχεις;","τίποτα, ένα κουνούπι ήτανε, κοιμίσου"... Και τα κουνούπια συνεχίζουν να περνούν για δύο ή και περισσότερες ώρες και δεν φεύγουν, είναι εκεί και μου ζαλίζουν τα αυτιά με τον θόρυβο τους, τον θόρυβο που έκαναν τα πράγματα όταν συνέβη κάθε γεγονός.
Αυτά θέλω να της πω της γιατρίνας, αλλά η ειδική φωνή λέει μόνο
- Το ξέρω αλλά τι μπορώ να κάνω;
Χωρίς να με κοιτάει γράφει πάνω στο βιβλιάριο ένα ακόμα σκεύασμα.
- Ένα την ημέρα. θα σας βοηθήσει να κοιμάστε καλύτερα, δεν είναι υπνωτικά, μην φοβάστε!

Το απόγευμα αγοράζω τα καταπληκτικά αντικουνουπικά χάπια. Το βράδυ ξεχνάω να τα πάρω, μαζί και όλη την χούφτα των υπόλοιπων φαρμάκων που καταναλώνω καθημερινά. Το πρωί αποφασίζω να πάρω ένα για να μην χαθεί η μέρα.
Το λεωφορείο για να φτάσει από το σπίτι στην δουλειά χρειάζεται περίπου μία ώρα κάθε πρωί.
Κάθομαι στο κάθισμα και αισθάνομαι το κεφάλι μου λίγο βαρύ.
Στα πρώτα δέκα λεπτά πετάγομαι και ανακαλύπτω ότι έχω κοιμηθεί ακουμπισμένη στο τζάμι του παραθύρου.
Δέκα λεπτά αργότερα, πετάγομαι ξανά. Ούτε που το κατάλαβα πως με πήρε ο ύπνος πάλι. Μόνο που δεν είναι αληθινός ύπνος. Ένας λήθαργος είναι με το μυαλό μου σε εγρήγορση και το κορμί μου αδρανές. Τα κουνούπια επί ποδός.
Τρία τέταρτα αργότερα πετάγομαι πάλι και αυτή την φορά ανακαλύπτω ότι το λεωφορείο έχει φτάσει τρεις στάσεις μετά την δική μου.

Τσαλαπατάω την διπλανή κυρία για να πάω στην πόρτα. Το λεωφορείο κουνιέται σαν τρελό και μόλις κατεβαίνω το ίδιο κάνει και το οδόστρωμα και το πεζοδρόμια. Σκέφτομαι ότι ίσως να κάνει σεισμό αλλά εκεί γύρω βλέπω θολά κάποιες φιγούρες να περπατούν αμέριμνες.
Σέρνομαι μέχρι το παγκάκι και κάθομαι.
Πέντε λεπτά αργότερα ξυπνάω. Έχω κοιμηθεί καθιστή πάνω στο παγκάκι.
Σηκώνομαι σε αργή κίνηση. Γαμημένα κουνούπια!
Το μυαλό μου σε πλήρη εγρήγορση, το κορμί μου κάνει οχτάρια.
Λέω στα πόδια μου: Ελάτε καλά μου, το ένα μπροστά από το άλλο, ίσια τώρα. Εκείνα συμφωνούν και μετά πάνε προς τα πλάγια. Αριστερά... ξαναγυρίζουμε. Δεξιά ... πάλι στο κέντρο. Κάθε έξι βήματα και ένα οχτάρι.
Ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου.
Το χέρι μου πήγε στο πλάι και βράχηκε η μπλούζα μου. Το καπάκι από το μπουκαλάκι έπεσε κάτω, δεν ξέρω που πήγε. Κι άλλο κουνούπι σφυρίζει στο αυτί μου.
Φοβάμαι ότι θα σωριαστώ εκεί μπροστά στην μάντρα με τα οικοδομικά υλικά, είναι έρημα, αν πέσω θα κοιμηθώ πάνω στο πεζοδρόμιο και κανείς δεν θα με πάρει είδηση.
Κρατιέμαι και προχωρώ με αυτό τον ρυθμό για μισή ώρα.
Περνάω από το περίπτερο να πάρω καπνό για τα τσιγάρα μου.


- Ένα Μαολμποο καα_νο, λέω στον Φώτη.
- Τι?
- Μαολμποο καα_νο Του ξαναλέω. Μα τι έπαθε η γλώσσα μου? Νομίζω ότι είναι ξένο σώμα μέσα στο στόμα μου και δεν μπορώ να μιλήσω καθαρά.

Στο γραφείο, με περιμένει ένας συνάδελφος και μου πασάρει στο χέρι ένα πούρο περίπου δώδεκα πόντους μακρύ, καλοτυλιγμένο σε ένα σελοφάν, κάποια γιορτή ίσως, που να ξέρω.
- Τι ει_αι α_το; ρωτάω
Μπήγουν όλοι τα γέλια.
- Μεθυσμένη ήρθες πρωί πρωί? Γελάει το boss.
Τα κουνούπια γελάνε κι αυτά με κοροϊδευτικό ύφος:
- Τι είναι αυτά μωρή Ρου; Τρελάθηκες;
Μα τι έχουν πάθει όλοι και γελάνε μαζί μου τώρα τελευταία;
Κάθομαι στο γραφείο και ο κόσμος γυρίζει.
Χτυπάει το τηλέφωνο δίπλα στο αυτί μου και το ακούω να έρχεται από πολύ μακριά.
Α! όχι! Όχι πάλι το τηλέφωνο, μουρμουρίζουν τα κουνούπια.
Ο καημένος ο Βαγγέλης ο συνάδελφος –να ναι καλά το πιτσιρίκι- με ρωτάει αν θέλω να μου φτιάξει καφέ.
Γεμίζω το στομάχι μου με δύο διπλές δόσεις καφεΐνης από δύο στούκας στιγμιαίους καφέδες.
Υπολογίζω την ώρα.

Μέχρι τις 1-2 το μεσημέρι πρέπει να έχει περάσει η επίδραση του φάρμακου.
Επιτέλους το κορμί μου θα ανταποκριθεί και θα μπορέσω να περάσω το χέρι από το μέτωπο και θα διώξω τα κουνούπια.
Στις 2 πραγματικά έχω επιστρέψει. Το μυαλό μου συνδέεται ξανά με το κεφάλι μου. Ευτυχώς γιατί τα κουνούπια κόντευαν να με τρελάνουν.
Το τριπ πέρασε και τώρα βιώνω τα μεθεόρτια.
Σηκώνομαι από το κάθισμα και πάλι κάνω οχτάρια.
Χμ… ελπίζω να τα καταφέρω να φύγω το απόγευμα. Περιμένω
Στις 6 τα πράγματα ήτανε τα ίδια.
Στις 7 κάπως καλύτερα.
Στις 8 έφυγα από το γραφείο. Χμ... πρόοδος. Λιγότερα οχτάρια…

Το ίδιο βράδυ ακούω νυχτερινούς ήχους. Η Νερίνα t.c. πάλι θέλει να βγει από το γραφείο που κοιμάται και γρατσουνάει την πόρτα με επιμονή.
Ακούω το ροχαλητό του γείτονα που έρχεται από την διπλανή βεράντα.
Μυρίζω τον αέρα που μπαίνει απ’ έξω, μια μυρωδιά αστικής γειτονιάς, οικεία αλλά όχι απόλυτα ευχάριστη.

Για παρηγοριά, ένα μικρό όνειρο παρεισφρέει, ένας ύπνος του ενός λεπτού, ίσα ίσα για να το δω, είμαι ξυπόλυτη μέσα σε τεράστιο πολυκατάστημα, μα που πήγαν τα παπούτσια μου, ντρέπομαι, ο κος Freud μου λέει στο αυτί ότι αυτό σημαίνει ότι θέλω να βγάλω πράγματα από μέσα μου και όσο δεν το κάνω θα περπατώ ξυπόλυτη.
Μα για να βγάλω πράγματα από μέσα μου χρειάζομαι αποδέκτες.
Και οι αποδέκτες είναι απόντες…






ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εγώ και τα αντικουνουπικά χάπια μου.
Σχέσεις αγάπης και μίσους.
Η γιατρίνα μου. Ήχοι.
Α! έτσι είναι όταν μεθάς?
Τα παπούτσια και ο κος Freud.
Τέλος.

Ετικέτες , , ,

 
posted by ralou at 2:38 μ.μ. | Permalink |
Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008
Η Κότα και η Βρεγμένη Γάτα
..... .
απαραίτητη.......
η γονική συναίνεση
.
Προσοχή, ιστοριούλα με 1400 λέξεις. Αλλά για όσους βαριούνται να το διαβάσουν, στο τέλος υπάρχει η περίληψη!

Λοιπόν καλοκαίριασε για τα καλά και νομίζω ότι ήλθε η ώρα να σας πω πάλι πόσο συχαίνομαι την ζέστη και την ηλιοφάνεια.
Έχει καταντήσει κάτι σαν τελετουργικό αρχής του καλοκαιριού.
Αν δεν ρίξει η ralou μια καλή γκρίνια για αυτά, δεν ξεκινάει το καλοκαίρι.

Ασχετο..., αλλά μου έχει καρφωθεί ένας τίτλος για ένα ποστάκι και τον γυροφέρνω στο μυαλό μέρες τώρα.
Ο τίτλος είναι "Η Κότα και η Βρεγμένη Γάτα" αλλά το τι ιστορία θα είναι, δεν έχει βγεί ακόμα.
Δεν ξέρω γιατί μου είχε κολλήσει, ίσως γιατί το καλοκαίρι με πιάνει μια μανία να μιλάω αλληγορικά για τους ανθρώπους γύρω μου.
Πράγμα όχι ιδιαίτερα κολακευτικό για το μυαλό μου βέβαια.
Γνωρίζετε ίσως ότι τα σύμβολα προϋπήρχαν των λέξεων και χρησιμοποιήθηκαν τότε που το μυαλό του ανθρώπου ήταν πιο απλοϊκό. Ένα μυαλό λοιπόν που επιλέγει τα σύμβολα για να επικοινωνήσει, μάλλον ανακρούει πρύμναν ταχύτατα.

Και έτσι δικαιολογείται και ο πρόλογος, ή μάλλον ο πρόλογος δικαιολογεί την κατάσταση το μυαλού μου.

Χμ.. με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια.

Λοιπόν για να γυρίσουμε ξανά στην "Κότα και την Βρεγμένη Γάτα", ας προσπαθήσουμε να δούμε πως θα μπορούσε να εξελιχθεί μια ιστορία με αυτές τις δύο σαν ηρωίδες.

Κατ αρχάς πως γνωρίζονται; Και τι κοινό μπορεί να έχουν.


Ίσως να μένουν στην ίδια αυλή, να έχουν κοινούς γνωστούς, ας πούμε την χελώνα και τον σκύλο. Ίσως να τσακώθηκαν κάποια φορά πάνω από ένα κομμάτι από τα αποφάγια που τους ρίχνουνε για φαΐ, ξέρω γω. Πάντως, κάπως γνωριστήκανε.
Πιο πριν η γάτα σίγουρα θα πέρναγε αδιάφορα δίπλα στην κότα και η κότα θα αποτραβιόταν διακριτικά μόλις την έβλεπε να πλησιάζει
Ωραία, στήσαμε το αρχικό πλαίσιο.
Τώρα, για κάποιο λόγο οι δυο τους πρέπει να έγιναν φίλες πριν πάρα πολύ καιρό.
Μπορεί η γάτα να γλύτωσε κανένα κοτοπουλάκι άθελα της, αγριεύοντας στον σκύλο της αυλής για τους δικούς της λόγους.
Η ίσως να το έκανε αυτό η κότα και κάποια στιγμή που ο σκύλος είχε στριμώξει την γάτα, να όρμησε πάνω του για δικούς της λόγους και να την έσωσε.

Πάντως το σίγουρο είναι ότι γίνανε φίλες τελικά και καμιά φορά τις έβλεπες να κάθονται κοντά κοντά και να ξεκαρδίζονται ή μία με τα λόγια της άλλης.
Η άλλη φορά να κάνουν μοναχικές βόλτες στα πιο απόμερα μέρη της αυλής για να βοηθήσουν η μια την άλλη να βρει φαΐ, και η γάτα πολλές φορές ανέβαινε στην συκιά και έριχνε στην κότα καρπούς που πολύ της άρεσαν να τους τρώει.
Ναι ήταν μια παράξενη φιλία

Ας σκεφτούμε τώρα γιατί η γάτα ήτανε βρεγμένη.
Απροσεξία, θα μου πείτε.



Μη όντας στην πρώτη νιότη της η γάτα μπορεί να έκανε ένα σάλτο πάνω από την μεγάλη ποτίστρα και να έσκασε μέσα χωρίς να το καταλάβει.
Η μπορεί η κότα να ήθελε να της κάνει καμιά πλάκα –α! ξέχασα, η κότα ήταν μια πλακατζού κότα- και να της είπε ότι τάχα στον πάτο της ποτίστρας υπάρχει –ξέρω γω- ίσως ένας θησαυρός. Η ίσως η είσοδος για τον παράδεισο, όπου το φαΐ είναι άφθονο, τα χάδια διαθέσιμα και τα συναισθήματα αμπλοκάριστα. Γιατί ξέχασα να σας πω, ότι την συγκεκριμένη γάτα την φαντάζομαι επίσης και συναισθηματικούλα -λίγο, όσο πατάει η γάτα όμως- Κι αν η κότα ήταν πλακατζού πρέπει να υποθέσουμε και ότι η γάτα ήταν κάπως αφελής, και βούτηξε με το κεφάλι μπροστά.
Καλά ας πούμε ότι έγινε το δεύτερο. Μια γάτα που βουτάει κατά λάθος στην ποτίστρα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Χμ...καλά, αυτό ίσως να ισχύει για όλους εμάς, όχι όμως και για την ίδια τη γάτα.

Επομένως, έχουμε στα χέρια μας τα εξής :
Πρώτα μια κότα και μια γάτα που ήτανε φιλενάδες, κάτι σαν οικογενειακές φίλες ένα πράγμα.
Μετά μια κότα πλακατζού.
Μετά μια γάτα που βράχηκε για τα καλά εξ αιτίας της κότας που της έκανε πλάκα.
Χμ.. τι πρέπει να ακολουθήσει;
Μα… το τι έκαναν αυτές οι δύο και πως εξελίχθηκε η φιλία τους μετά από αυτό.
Για να δούμε λοιπόν.


Η γάτα βρεγμένη ως το κόκαλο ίσως να είχε το χιούμορ να σκάσει κι αυτή στα γέλια μαζί με την φιλενάδα της. Ίσως πάλι από το σοκ της ψυχρολουσίας να κατάπιε την γλώσσα της και να αγριοκοίταζε την κότα με φονικές διαθέσεις.
Μάλλον το δεύτερο είναι πιο πιθανό.
Οι γάτες μπορεί να έχουν την αίσθηση του χιούμορ αλλά έχουν και τα όρια τους.

Εγινε επομένως καυγάς.
Λογικά πρέπει να υποθέσουμε ότι ένας καυγάς μεταξύ τους μάλλον ευνοεί την γάτα παρά την κότα. Και μάλιστα μια κότα, που σκασμένη στα γέλια έχει την εντύπωση ότι το είδος των οικιακών αιλουροειδών είναι του χεριού της.
Μα... Μα για να το υποθέσουμε αυτό πρέπει να πούμε ότι η κότα μέσα στην υπερφίαλη υπεροχή της –από καλή οικογένεια, με σπουδές και πτυχία, δικό της σπίτι, παιδιά, κόκκορα, και νοικοκυριό- κατά βάθος υποτιμούσε την ρεμπετασκέρισα την γάτα και έκανε παρέα μαζί της μόνο και μόνο για να γίνεται αντίθεση της λούμπεν φτώχειας της με την δική της νεοπλουτίστικη ευμάρεια. Ας υποθέσουμε ακόμα ότι η γάτα ναι μεν είναι αλητόβια, αλλά στο γενεαλογικό της δέντρο υπάρχουν ακόμα και πορφυρογέννητοι πρίγκιπες, πράγμα που δεν ξεκολλούσε από το μυαλό της και της έδινε μια κρυφή αίσθηση ότι είχε, κατά βάθος, το πάνω χέρι. Έχουμε ουσιαστικά δύο πλάσματα με τις δίκες του εμμονές και ξεροκεφαλιές το καθένα, που ενώ κάνουν τις φίλες ουσιαστικά επιβουλεύονται η μία την άλλη. Η μία παίζει με την άλλη, αλλά ακόμα δεν ξέρουμε ποια από τις δύο θα κερδίσει.

Καλά πάμε νομίζω με την ιστορία.
Έχουμε σκιαγραφημένες τις δύο ηρωίδες, το location, την πλοκή.
Τι μένει τώρα;
Μα η δραματική κορύφωση βέβαια.
Είχαμε μείνει στην γάτα βρεγμένη μέχρι το κόκκαλο και την κότα να γελάει μέχρι δακρύων.
Έχω την εντύπωση ότι πρέπει να επισημάνουμε ότι η γάτα μπορεί να είναι λίγο αφελής, αλλά δεν παύει να είναι και ένας ικανός θηρευτής και μάλιστα με την φιλενάδα της την κότα, στα μέτρα της.
Και τι κάνει μια βρεγμένη γάτα που αρχίζει να τα παίρνει στο κρανίο με τα χαχανητά της κότας;
Τεντώνει τα νύχια της βέβαια.


Και δείχνει δόντια. Καλά, μπορεί να μην έχετε δει γάτα να δείχνει τα δόντια της αλλά ας υποθέσουμε ότι η συγκεκριμένη είναι τόσο τσαντισμένη –αλλά και ντροπιασμένη- που το κάνει.
Η κότα για μια στιγμή παγώνει.
Η γάτα ορμάει να της ρίξει γρατζουνιά
Η κότα κακαρίζει σοβαρά σε προειδοποίηση. Είπαμε, η κότα υποτιμάει κατά βάθος την γάτα και δεν πιστεύει ότι θα επιτεθεί.
Η γάτα παίρνει φόρα και δαγκώνει το φτερό της κότας. Η οποία ίσως να πόνεσε, δεν μπορούμε να ξέρουμε, οι κότες έχουν σκληρά φτερά και ίσως τα δόντια της γάτας να μην ήταν αρκετά κοφτερά.
Αλλά νομίζω ότι μια υπερφίαλη κότα δεν τα αφήνει αυτά χωρίς απάντηση.
Ορμάει και της ρίχνει μια τσιμπιά κατ ευθείαν στο ευαίσθητο αριστερό αυτί. Αυτό ωστόσο από το οποίο δεν μπορεί να συνέλθει η γάτα, είναι το γεγονός ότι μια κότα μπορεί να επιτίθεται έτσι σφοδρά.
Η γάτα θηρευτής, επίσης δεν μπορεί να πιστέψει ότι κινδυνεύει από ένα κατά τεκμήριο θύμα, αλλά αναγκάζεται να το πιστέψει όταν την παίρνουν τα αίματα.
Μετά οι δυο τους γίνονται μαλλιά κουβάρια .
Χμ… νομίζω ότι η περιγραφή της ιστορίας μας πρέπει να διακοπεί για λίγο εδώ. Η μάχη που συνεχίζεται θα είναι πολύ αιματηρή, ακούγονται κακαρίσματα και νιαουριτά, τσιμπιές και γρατσουνιές διασχίζουν τον αέρα με τελικό αποδέκτη τον Εχθρό. Και εμείς δεν θέλουμε να βάλουν σήμα ακαταλληλότητας στην ιστορία μας, έτσι δεν είναι;
Ας πούμε ότι μεταφερόμαστε στο χρόνο καμιά ώρα αργότερα να δούμε τι έχει γίνει.

Λοιπόν φίλες και φίλοι, λέω να βάλω την κότα να βγαίνει νικήτρια!
Ποιος να το πίστευε! Η γάτα αιμόφυρτη από τις τσιμπιές, χαμένη από την κατάπληξη, μισοπεθαμένη, και προφανώς ακόμα βρεγμένη, έχει παραδώσει τα όπλα.
Η κότα, ματωμένη επίσης αλλά θριαμβεύτρια από πάνω της, κακαρίζει αυτάρεσκα με το καλλιεργημένο κακάρισμα της και γυρίζει να φύγει.
Με την κότα να επιστρέφει αδιάφορα στις δουλειές της –νομίζω δεν το είπαμε, αλλά επρόκειτο για μια πολυάσχολη κότα- μάλλον κλείνει η ιστορία. Γίνεται fade out και σίγουρα σκεφτόμαστε ότι οι ισορροπίες έχουν αλλάξει στην αυλή αλλά και ότι μια οικογενειακή φιλία έφτασε στο τέλος της.
Όμως κάτι λείπει ακόμα…
Μια τελευταία δυνατή σκηνή που να δείχνει… χμ! δεν ξέρω, ίσως την γάτα ή την κότα μετανιωμένες να συμφιλιώνονται όταν οι πληγές τους έχουν κλείσει; Μπα… μήπως να μην ξαναμιλιούνται ποτέ και να γυρίζει η μια την πλάτη στην άλλη για πάντα; Σιγά, αυτό είναι το πιο προβλέψιμο.

Μια splatter σκηνή ίσως, με κοφτό γρήγορο μοντάζ, μμμ… καλύτερο μου φαίνεται… Πάμε λοιπόν. Φανταζόμαστε μουσική υποβλητική αλλά αργή.
Η κότα σαν να μετανιώνει. Σταματάει στη μέση ενός βήματος, ρίχνει ένα δυνατό συνθηματικό κακάρισμα για να το ακούσουν οι άλλες κότες, κι αυτές πλησιάζουν δίπλα στην ματωμένη ποτίστρα.
Για μια στιγμή γίνεται σιωπή και δεν κινείται τίποτα.
Μετά σαν κάποιος να δίνει το σύνθημα ...






...και… το pecking party ξεκινάει…


Περίληψη -άντε, για το χατηρι σου το κάνω ζουζουνα που βαριέσαι να διαβάζεις μεγάλα κείμενα!-
Γάτα χαζή αλλά και καβαλημένη και κότα προνομιούχος και υπερφίαλη, κάνουν παρέα.
Καλές -οικογενειακές- φίλες στην αρχή, τσακώνονται, ξεπουπουλιάζονται και μαδιούνται, η τύχη βάζει το χεράκι της και κερδίζει η κότα.
Το splatter φινάλε βρίσκει την γάτα να παραδίδει το πνέυμα.
Υπαρχουν και φωτογραφικά ντοκουμέντα.
Ουφ! Μα γιατί δεν το έγραψα έτσι από την αρχή;

Για να μην μου τρελαθεί κανείς, ενημερώνω ότι η φωτό του pecking party, είναι προϊόν μοντάζ και επεξεργασίας! Αν και τελικά το σήμα "Απαραίτητη η γονική συναίνεση" εξ αιτίας της δεν το γλυτώσαμε!

Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 4:20 μ.μ. | Permalink | 16 comments
Τρίτη, Ιουνίου 24, 2008
Σήμερα γίνομαι φόρτι μπόλικα! (updated)

Προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας της ζωής μου, ήμουν ένα χαρούμενο παιδί που μεγάλωνε στις αλάνες των δυτικών προαστίων.

Αγαπούσα το σχολείο, έτρεμα μην πάθουν τίποτα οι γονείς μου, και έτρεχα πίσω από την φιλενάδα μου την Αριστέα που είχε την αρχηγία των παιχνιδιών στη γειτονιά. Ανυπομονούσα να φτάσω τα 12 για να πάω στο Γυμνάσιο και να είμαι επιτέλους Μεγάλη και πήγαινα να αγοράσω την Αυγή του πατέρα τυλιγμένη μέσα στην Ακρόπολη -αν θυμάμαι καλά- για να μην δώσει η οικογένεια δικαιώματα στην γειτονιά.

Σ αυτή την ηλικία, ερωτεύτηκα τον Τάσο, τον γιο μιας γειτόνισσας που ήταν 22 χρονών και στα γενέθλια μου έκανα μια ευχή.
Να με περιμένει μέχρι να μεγαλώσω...

Προς το τέλος της δεύτερης δεκαετίας της ζωής μου είχα μόλις βγει από μια τραυματική εφηβεία στην διάρκεια της οποίας, πέρα από τις προσωπικές μου αναζητήσεις, βίωσα την απόρριψη μιας nerd, μη ενταγμένης έφηβης.

Πράγμα που ωστόσο με βοήθησε να στραφώ προς τα μέσα, να διαβάσω πολύ, να αποκτήσω άποψη για τα πάντα και να κοκορεύομαι για την νεοαποκτηθείσα υπεροχή μου απέναντι στις δημοφιλείς χαζοβιόλες πρώην συμμαθήτριες, που μου είχαν κάνει την ζωή δύσκολη. Είχα αποδεσμευτεί οριστικά από το θρησκευτικό συναίσθημα και με πολύ υπερηφάνια θεώρησα ότι εμπέδωσα ολοκληρωτικα τον Διαλεκτικό Υλισμό, που ταίριαζε με την αδυναμία μου να αποδεχθώ τα κοινωνικά συστήματα που γνωριζα μέχρι τότε και να πιστέψω ότι θα σώσω τον κόσμο με τα ίδια μου τα χέρια. Επίσης μόλις είχα χάσει την ευκαιρία να περάσω στην ανώτατη σχολή που ΔΕΝ ήθελα να περάσω -κακός / ανύπαρκτος επαγγελματικός προσανατολισμός-, και αφού ερωτεύτηκα τον καθηγητή μου στο φροντιστήριο, στα γενέθλια μου έκανα μία ευχή
Ο επόμενος έρωτας μου να βρει ανταπόκριση...

Προς το τέλος της τρίτης δεκαετίας της ζωής μου, συνειδητοποίησα ότι τα καλά νεανικά μου χρόνια τα είχα εκμεταλλευτεί σωστά.

Είχα γνωρίσει και αγαπήσει Τον καλό μου, είχα κάνει ένα εξαιρετικό γάμο, είχα κάνει τις σπουδές που με ενδιέφεραν πραγματικά και ήδη ασχολούμουν με το αντικείμενο αυτό. Την χώρα κυβερνούσε ένας χαρισματικός ηγέτης, που έκανε όλους εμάς του εικοσάχρονους να παραμιλάμε από την ελπίδα για το αύριο. Είχα επίσης καταφέρει να ψάξω το μυαλό μου ακόμα πιο βαθιά και να αποκτήσω μια ικανοποιητική αυτογνωσία που με βοηθούσε να βάζω τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Είχα την ζωή μπροστά μου, θεωρούσα ότι τίποτα δεν υπήρχε που να μην μπορούσα να το κάνω και στα γενέθλια μου έκανα μια ευχή
Να συμπληρώσω την ζωή μου με ένα παιδί...

Προς το τέλος της τέταρτης δεκαετίας της ζωής μου βρέθηκα πραγματικά μπερδεμένη.

Τα οικονομικά της οικογένειας και η δουλειά μου πήγαιναν κατά διαόλου, έκανα σοβαρές οικονομικές υποχωρήσεις στο όνομα της φιλίας, η υγεία μου κλονίστηκε ανεπανόρθωτα, και τα πρώτα σύννεφα της κρίσης ηλικίας θόλωσαν τον ανέφελο μέχρι τότε ορίζοντα του μυαλού μου. Τα πολιτικά είδωλα κατεδαφίστηκαν, οι ελπίδες τροφοδότησαν τον κάδο ανακύκλωσης και μετά ακολούθησαν την πορεία για την χωματερή, και η ζωή άρχισε να δείχνει
λιγότερο φιλική. Έχασα επίσης την ικανότητα μου να χαίρομαι με τα πολύ απλά πράγματα η οποία με βοηθούσε να πορεύομαι ακόμα και τις πιο δύσκολες ώρες και όλα αυτά απέκλεισαν την πιθανότητα να προσπαθήσω να κάνω ένα παιδί. Ετσι στα γενέθλια μου έκανα μία ευχή
Να γίνω πάλι νέα και υγιής , να ξαναβρώ την αυτοπεποίθηση και το χιούμορ και την ελπίδα μου, και... και να Τον ερωτευτώ ξανά από την αρχή...

Και ερχόμαστε στο τώρα

Προς το τέλος της πέμπτης δεκαετίας της ζωής μου ο απολογισμός δεν είναι ακριβώς αυτός που θα ήθελα.


Πέρασα αρρώστιες του κορμιού που κάθε μία από αυτές μου άφηνε και ένα αναμνηστικό, που συσσωρευόταν μαζί με τα υπόλοιπα και βάραινε το κουτί με τα χρέη απέναντι στο θάνατο. Πέρασα αρρώστιες της ψυχής που διέλυσαν όσα κομμάτια μου είχαν απομείνει. Βίωσα την εικόνα ενός διαλυμένου και εκφυλισμένου νου, παρακολουθώντας τον πατέρα μου να μεταμορφώνεται από ένα δραστήριο λεβεντάνθρωπο, σε ένα χαμένο στον κόσμο του γέρο που βρίζει τα παιδιά του σε άγνωστους που περνάνε στον δρόμο και καταβρέχει από το μπαλκόνι τους περαστικούς με βρομόνερα γιατί νομίζει ότι κάτι κακό λένε γι αυτόν. Αποφάσισα να αγνοώ κάθε προσπάθεια να μου πουλήσουν όνειρα αυτοί εκεί πάνω, αφού το είχα καταλάβει πια ότι όλα λειτουργούν ερήμην μας. Επίσης έκανα την υπέρβαση μου και ναι μεν "ο κύβος ερρίφθη" μέσα σε μια στιγμή, αλλά διάβηκα απρόσεχτα τον Ρουβίκωνα. Η Ρώμη όχι μόνο δεν με περίμενε από την άλλη πλευρά αλλά και με καταπλάκωσε με τα τείχη της.

Σήμερα είναι τα γενέθλια μου. 24 Ιουνίου 2008.
Το πρωί θα σκεφτώ την μάνα μου και θα θυμηθώ
όλες τις καλές στιγμές που ζήσαμε μαζί μέχρι πριν από 30 χρόνια που πέθανε. Της το χρωστάω ένα τέτοιο μνημόσυνο και το κάνω κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Κανονικά έτσι πρέπει να γιορτάζουμε τα γενέθλια. Μαζί με τις μαμάδες.
Θα φυσήξω ένα κεράκι πάνω σε μια αυτοσχέδια τούρτα και θα κεράσω τον πατέρα ένα κομμάτι -μπορεί να τα έχει χάσει, αλλά το γλυκό του δεν το ξεχνάει ποτέ- αφού πρώτα μου χαρίσει παραδοσιακό δώρο που μου κάνει κάθε χρόνο: Το πρώτο καρπούζι του καλοκαιριού.
Θα εμπιστευτώ στην Νερίνα t.c., το να κατευνάσει στο μυαλό μου, τον πόνο που νοιώθω, την παραίτηση, την λύπη και την οργή.
Θα κάνω μάλλον απαισιόδοξες σκέψεις για την ζωή και μετά θα πάω να Τον πιάσω από το χέρι, για να μπορέσω να συνεχίσω.
Θα δεχθώ τα φιλιά Του, την ήρεμη προστασία Του απέναντι στους δαίμονες μου, και την δόση αυτοπεποίθησης που απλόχερα μου δίνει, χωρίς να το ζητάω.
Και θα κάνω μια ευχή.

Να γίνω δυνατή, με όποιον τρόπο χρειαστεί, για να σταθώ δίπλα Του με τον ίδιο τρόπο που στέκεται και Εκείνος.
Και επειδή πλησιάζω να μπω πια την έκτη δεκαετία της ζωής μου -λίγο μένει ακόμα- δικαιούμαι να κάνω και δεύτερη ευχή: Να είμαι εδώ σε δέκα χρόνια από σήμερα και να φτιάξω πάλι ένα ποστ που να τελειώνει:

Προς το τέλος της έκτης δεκαετίας της ζωής μου...





Ο.κ. τώρα το βλέπω το λάθος μου.
Αντί για ένα χαρούμενο γενέθλιο ποστ, σας πυροβόλησα με ένα καταθλιπτικό κλαψούρισμα.
Κοίτα καιρό που βρήκα να κλείσω το άλλο μπλογκ! Εκεί μάλλον θα κρυβόταν καλύτερα.

Ελάτε βρε σεις! Η παραδοσιακή κατάθλιψη των γενεθλίων είναι!
Τι;
Δεν ξέρετε τι είναι αυτό;
Ε λοιπόν, περιμένετε να έρθει ο καιρός που για να περιγράψετε τις δεκαετίες της ζωής σας θα χρειάζεστε 1000 λέξεις και τότε τα ξαναλέμε!



Πάω τώρα να βρω στο ΝΕΤ εικόνες με τούρτες, σαμπάνιες λουλούδια και λούτρινα ζωάκια.

Με αυτά θα πλημμυρίσω το ποστ και θα σας φτιάξω την διάθεση.


Και ίσως έτσι να φτιάξει πια και η δική μου


Τα δώρα των φίλων μου:

Η γλαρένια μου έστειλε μια πολύ γλυκιά e-card
Ευχαριστώ σε γλαρένια!





Η ζουζούνα, σκέφτηκε να μου στείλει ένα πολύ πιο χμ... πρακτικό δώρο!
Ευχαριστώ σε Ζουζούνα!


Ευχαριστώ επίσης τον iolithiko για τις ευχές από το facebook, και την debby μου από το τηλέφωνο, και την Μαρία και την Μαρίνα και την Κατερίνα και τον gabby d. που με θυμηθηκαν.

Και ιδιαίτερα ευχαριστώ τον kostas_patra που μου έστειλε κάτι πολύ ιδιαίτερο:
...Ένα ερείπιο σε ένα βουνό δεν είναι ατραξιόν,
Δεν ζητά τιμητικές πλακέτες,
Θα στέκει αδιάφορο στον χρόνο
Γιατί ξέρει πως έχει πελεκημένες πέτρες
Και εδράζεται σε θεμέλια γερά
Πως η σταθερότητα του δεν εξαρτάται από κονίαμα
Και πως το βουνό περήφανα θα το καταπιεί
Και θα το αφομοιώσει...

Σας φιλώ όλους!
ρ.

Ετικέτες , ,

 
posted by ralou at 12:01 π.μ. | Permalink | 36 comments
Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2008
bye bye Alter Ego
Δεν μπορώ να αποφασίσω αν σήμερα είναι μια θλιβερή ή μια χαρούμενη μέρα.
Μετά από δύο σχεδόν χρόνια το Alter Ego blog μου, ήλθε η ώρα να κατεβάσει ρολά.
Οπότε είναι η τελευταία φορά που θα δείτε αυτή την εικόνα να σας προσκαλεί να το επισκεφτείτε.



Ωστόσο το blog "an almost dark cat... daydreams" δεν θα σβηστεί.
Θα αρμενίζει με σβηστά τα φώτα στην μπλογκόσφαιρα , μέχρι το τέλος του Χρόνου...
Ή... του blogger.
Όποιο έρθει νωρίτερα τέλος πάντων.
Γι αυτό λέω ότι δεν ξέρω αν η σημερινή είναι μια χαρούμενη μέρα ή μια θλιβερή.
Κάθε τέλος είναι θλιβερό.
Και κάθε τέλος σηματοδοτεί μια νέα αρχή.

Αν κάνετε κλικ στην παραπάνω εικόνα και μπείτε να διαβάσετε το τελευταίο ποστ θα δείτε ότι έχω ζητήσει να γίνει ένα guest book στα σχόλια από όσους καλούς φίλους το επισκεφτούν.
Παρακαλώ μην του το αρνηθείτε.
Το χρειάζεται στο μοναχικό ταξίδι του.
Το χρειάζομαι και εγώ αφού εκεί μέσα θα ταξιδέψει και ένα κομμάτι, το πιο εύθραυστο, της καρδιάς μου. Μαζί και ο πολυαγαπημένος μου Μερλιν ο Πορφυρογέννητος που κοσμεί με την μεγαλοπρεπή πριγκιπική του φάτσα το μπλογκ.



Βέβαια, εμείς πάντα θα τα λέμε από εδώ, που είναι το σπίτι της γήινης almost dark cat.
Και, ποιός ξέρει. Μπορεί, στο μέλλον, και από αλλού.


Mέχρι τότε τραταριστείτε ενα γλυκό αλλά μελαγχολικό σοκολατάκι του αποχαιρετισμού

Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 10:43 π.μ. | Permalink | 4 comments
Τετάρτη, Ιουνίου 18, 2008
Εννέα με Πέντε
Αυτό κι αν λέγεται βραδυφλεγής αντίδραση!
Εκεί πριν το Πάσχα, ή μήπως ήταν νωρίτερα, η Ζουζούνα με κάλεσε στο catch the ball που ζητούσε να φωτογραφήσουμε το γραφείο μας και να το ποστάρουμε.
Ο.k., αποδέχτηκα την πρόσκληση και μετά … την ξέχασα.
Νομίζω ότι έχω κάνει το ίδιο και σε κανένα δύο φίλους ακόμα, τον ηλιογράφο και το μικρό ανάλογο που είχαν στείλει προσκλήσεις και δεν ανταποκρίθηκα.
Λοιπόν, επειδή είναι ο καιρός που κλείνω τις εκκρεμότητες μου –κάπως άτσαλα είναι αλήθεια- αρχίζω από το γραφείο γιατί η ζουζούνα μου είναι μάλλον πιο ζόρικη από τους τρεις και καλό είναι να… προσέχω.

Λοιπόν ιδού το γραφείο μου όπως το φωτογράφισα νωρίς την άνοιξη:



Όπως βλέπετε έχει απ’ όλα!
Και υπολογιστή με hi tech οθόνη για να δουλεύω τα γραφικά μου και οπτικό ποντίκι και χαρτιά και ντοσιέ και αριθμομηχανή και CD και συρραπτικό και κολλητική ταινία και κούπα με καφέ μισοπιωμένο.
Αλλά και διαφημιστικά από delivery και κουτάκια από αγοραστούς καφέδες και… μυγοσκοτώστρα –απαραίτητη σας βεβαιώνω! Εδώ στο Χαλάνδρι οι μύγες κάνουν χορό με το που αρχίζουν οι πρώτες ζέστες.
O δε χώρος, είναι ευάερος και ευήλιος, στο ισόγειο με έναν μικρό κήπο μπροστά και αρκετά δέντρα στα διπλανά σπίτια.
Και βέβαια το γραφείο έχει και εμένα αλλά έχει και γάτα!
Γιατί πως είναι δυνατό να υπάρχει γραφείο της ralou χωρίς την απαραίτητη γάτα.
Η καλύτερα, Γάτο!
Ιδού λοιπόν η ralou με παραιτημένο και κουρασμένο ύφος, περιμένει να περάσει η ώρα για να την κοπανήσει.
Και ιδού ο Αρθούρος –γιατί περί του Αρθούρου πρόκειται που σας είχα μιλήσει για αυτόν παλαιότερα-
Βλέπετε ;!
Μόλις έχει τελειώσει ένα μπολ με κροκέτες και είναι η ώρα που ανεβαίνει στο γραφείο παρασύροντας με το εφτάκιλο κορμί του, τα χαρτιά, το συρραπτικό, τους καφέδες και τα cd με σκοπό να πάρει το ημερήσιο κανάκεμα του.
Που δεν του το αρνιέμαι βέβαια. Αλίμονο!
Κοιτάξτε μόνο το αποχαυνωμένο του βλέμμα!
Είναι απίστευτος ο Αρθούρος.
Μετά από τα απαραίτητα χουρχουρίσματα, κάθεται λίγο παράμερα και με παρακολουθεί λίγο να δουλεύω -ή μήπως πόσο δουλεύω, βρε λες να είναι σπιούνος του boss;-
Παρ όλο που ο Αρθούρος στην φωτό δείχνει υπέροχος παχουλός και πεντακάθαρος τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ από τότε μέχρι σήμερα.
Μετά από απουσία δύο μηνών που εξαφανίστηκε από την γειτονιά και όλων το μυαλό πήγαινε στο κακό, ο Αρθούρος ξαναγύρισε αδυνατισμένος, βρώμικος, ταλαιπωρημένος, νηστικός και πεινασμένος αλλά… επι τέλους ΑΝΤΡΑΣ.
Στο χρονικό διάστημα που έλειψε, περιπλανήθηκε στις γειτονιές, γνώρισε τον έρωτα, διέσπειρε τα γονίδια του στα θηλυκά της περιοχής, τσακώθηκε με αντίζηλους και ντροπαλές και άμαθες παρθένες, αγνόησε το φαί και το νερό μπροστά στην ορμή ενός γάτου δύο χρόνων πάνω στον οίστρο του. Ηδη τα πρώτα μωρά που του μοιάζουν, έχουν σκάσει μύτη στη γειτονιά.
Έτσι τώρα, αφού τον καθαρίσαμε όσο μπορούσαμε και του κάναμε εντατικό πρόγραμμα πάχυνσης ο Αρθούρος επανήλθε στα παλιά του αν και δεν ξέρω για πόσο καιρό.
Άλλωστε πλησιάζει και ο Αύγουστος…

Τώρα βέβαια θα μου πείτε, για το γραφείο ξεκίνησες να μιλάς και το έριξες πάλι σε γατοιστορίες!
Μα γιατί να σας μιλήσω για το γραφείο;
Εδώ και τρεις σχεδόν δεκαετίες, εργάζομαι εννέα με πέντε μερικές φορές και με έξι και με εφτά, στα νιάτα μου έχω χτυπήσει ακόμα και δωδεκάωρα για την τιμή των όπλων.
Πέρα από ένα πληκτρολόγιο και ένα ακουστικό τηλεφώνου τι άλλο ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένας χώρος δουλειάς;
Ίσως τα παλιά χρόνια που η δουλειά ήταν πραγματικά δημιουργική και εγώ λιγότερο παραιτημένη, να υπήρχε ενδιαφέρον.
Τώρα πια όχι…

Έτσι λοιπόν περιμένοντας τον Αρθούρο να σκάσει μύτη και να τον ταΐσω περνάει η μισή μέρα και την υπόλοιπη μισή την περνάω καθαρίζοντας με απορρυπαντικό οποιαδήποτε επιφάνεια έχει ανέβει πάνω της .
Δηλαδή, το γραφείο, το φωτοτυπικό τον εκτυπωτή καμιά φορά και την ίδια την οθόνη.
Διότι ως γνωστόν ο Αρθούρος περπατάει ξυπόλητος και ποτέ δεν προσέχει να σκουπίσει τα πόδια του στο χαλάκι μπαίνοντας.

Το πιο μισητό μου αντικείμενο μέσα στο γραφείο είναι βέβαια το τηλέφωνο.
Έχω μια άρνηση για το τηλέφωνο, που πολλές φορές την έχω πληρώσει ακριβά.
Αναγκαστικά μιλάω με τους πελάτες της εταιρείας όλη μέρα και τα απογεύματα που φεύγουν όλοι μένω για να κάνω λίγη δουλειά από εκείνη που δεν μπορώ να κάνω με το ντριν ντριν του μέσα στο κεφάλι μου.
Χμ! Τώρα που το σκέφτομαι, πάλι δωδεκάωρα χτυπάω στη δουλειά.
Αλλά, ευτυχώς, όχι πια για την τιμή των όπλων…

Εδώ! Εδώ διάβασε ζουζουνίδου, καλή μου.
Ξέρω ότι σε τρελαίνουν τα μεγάλα κείμενα, οπότε σου βάζω την περίληψη για να γλιτώσεις λίγο χρόνο, αφού άλλωστε το κείμενο στο αφιερώνω!
Εγώ, με γάτο, με μυγοσκοτώστρα, με υπολογιστή, με συρραπτικά, με τηλέφωνο –κατά σειρά σπουδαιότητας- να μου σπάει τα νεύρα, μπροστά στο γραφείο, υπάρχει και φωτό.
Εννέα με πέντε και με έξι και με εφτά και δωδεκάωρα άμα με ρίξουν στο φιλότιμο.
Τώρα που το σκέφτομαι, μια περίληψη στα ποστ μου, για πολλούς από σας θα ήταν χρήσιμη, αφού περνάω φάση πολυλογίας.

Αλλά τις περισσότερες φορές, πρέπει να το ομολογήσω!
Να τι κάνω τον ελεύθερο χρόνο μου στο γραφείο!
Τι;
Χμ! θα σας ανεβάσω φωτό το βραδάκι, γιατί η ψηφιακή έμεινε από μπαταρία.

Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 3:20 μ.μ. | Permalink | 14 comments
Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2008
...και ο Μάριος παίρνει σημαντικές αποφάσεις για την ζωή του...
stand alone αλλά και συνέχεια από το προηγούμενο

Ο Μάριος, ο σπούργος, άπλωσε την δεξιά φτερούγα του και άρχισε να καλλωπίζει το φτέρωμα του.

Α! ήταν πάντα σχολαστικός ο Μάριος. Την εμφάνιση του την πρόσεχε, χωρίς ωστόσο να το ομολογεί πάντα, πιο πολύ θεωρούσε τον εαυτό του ένα διανοούμενο σπουργίτι που δεν έδινε τάχα σημασία σ’ αυτά.

Μόλις είχε περάσει το πρωινό του ψάχνοντας τροφή στον εξοχικό αέρα και τώρα ήταν η ώρα των κοινωνικών συναναστροφών. Και γιατί όχι διάολε!
Υποχρεώσεις δεν είχε άλλες εκτός από την ασχολία του με τα κοινά, ήταν πρόεδρος του συνοικιακού συμβουλίου των σπουργιτιών που κατοικούσαν πάνω στην λεύκα η οποία φύτρωνε δίπλα σε ένα χαμόσπιτο με τσίγκινη στέγη.
Από την άλλη πλευρά, η κυρία Μάριου, η δια βίου σύντροφος του, ικανή και δυναμική είχε αναλάβει τα του οίκου του –συμπεριλαμβανομένης και της ανατροφής των παιδιών, πράγμα που έκανε με εξαιρετική επιδεξιότητα.-
Έτσι ο Μάριος περνούσε την ζωή του με την συμβία του, την ενασχόληση με τα κοινά και ήταν λίγο ή πολύ ευτυχισμένος.
Αυτό το «λίγο ή πολύ» ωστόσο, τον έκανε τον τελευταίο καιρό να έχει διάφορες ανησυχίες. Είχε ανακαλύψει ένα όμορφο και νεαρό θηλυκό ψαρόνι που κατοικούσε στα
κλαδιά της λεύκας μαζί με το πολυπληθές σμήνος της και που την ζαχάρωνε ενώ εκείνη του έκανε κονξες.
Αλλά επειδή ο Μάριος θεωρούσε όπως είπαμε τον εαυτό του διανοούμενο, είχε βαλθεί να την κατακτήσει με την ευφράδεια του. Η ίδια πάλι, μέσα στα νιάτα και την τσαχπινιά της, αντί να εκτιμήσει την ευφυΐα του, άκουγε αφηρημένα τα λόγια του και στράβωνε την μυτούλα της για την φλυαρία του.
Οι φίλοι του τον προειδοποιούσαν για το αταίριαστο του πράγματος και επέμεναν ότι το interspecies sex δεν έχει κανένα μέλλον, αλλά αυτός είχε πιαστεί από τα μπιρμπιλωτά μάτια της, και τα κομψά φτερά της.
Έτσι πέρναγε τον καιρό του ο Μάριος, σπούργος όμορφος και κοτσονάτος και δυστυχώς αθεράπευτα ερωτευμένος- αλλά φευ όχι με την συμβία του! –

Ο Μάριος λοιπόν ετοιμαζόταν και καμιά φορά έριχνε και μια ματιά στην τσίγκινη στέγη όπου μια κακάσχημη γάτα περνούσε τον καιρό της καιροφυλακτώντας.
Α! μα είχε πολύ πλάκα αυτή η γάτα!
Το τι κογιονάρισμα της έριχνε κάθε μέρα δεν λέγεται!
Όταν την έβλεπε συσπειρωμένη να τον κοιτάει σαν ξερολούκουμο, έκανε ότι δεν καταλάβαινε και μετά πετούσε ακριβώς πάνω από το κεφάλι της ίσα ίσα για να την κρατάει σε εγρήγορση.
Και τι λαχτάρα έπαιρνε αυτή η γάτα κάθε φορά! Μ’ όλο που ήταν λίγο τεμπέλα –ή ίσως λίγο ανασφαλής- για να του ορμήσει.
Διότι αυτή η κουτή γάτα καθόλου δεν φαινόταν ικανή να τον πειράξει. Μάλλον της άρεσε να κάθεται και να τον παρατηρεί από μακριά –χμ… μα ναι, ναι! είναι αλήθεια… σαν ξερολούκουμο-


Εκείνη την ημέρα, μετά τον καλλωπισμό του, ο Μάριος έφυγε από το κλαδί του τάχα για να πάει στην συγκέντρωση των κατοίκων της λεύκας περισσότερο όμως για να έχει την ευκαιρία να ψάξει για την μικρή και όμορφη ψαρόνα του.
Και την είδε βέβαια, εκεί ανάμεσα στα άλλα ψαρόνια, με ένα κύκλο θαυμαστών γύρω της, και για να πούμε την αλήθεια, τούτη την φορά δεν του έδωσε και πολλή σημασία.
Ο Μάριος, πικαρισμένος από την αντιμετώπιση, σκέφτηκε να ξεσκάσει με τον μόνο τρόπο που μπορούσε εκείνη την στιγμή. Να παρενοχλήσει την άσχημη γάτα που τον κοίταζε από απέναντι.
Του άρεσε του Μάριου αυτό το παιχνίδι… Είχε το πάνω χέρι, αφού μπορούσε να πετάξει μακριά μόλις αυτή προσπαθούσε να τον αρπάξει, είχε και την επίγνωση της ευφυΐας του, όπλο αρκετό για να τα βγάλει πέρα με την χαζούλα πολύ περισσότερο αφού εκείνη ενώ είχε τα μάτια της καρφωμένα επάνω του, ποτέ δεν είχε προσπαθήσει πραγματικά να τον κυνηγήσει.
Έτσι λοιπόν ο Μάριος απολάμβανε την μέθη της νίκης πάνω της, κάθε φορά που τα πράγματα στην προσωπική του ζωή ζορίζανε.
Όπως τώρα.

Απογειώθηκε με φούρια και τουπέ, πετώντας τάχα τυχαία μπροστά στην σκορδόπιστη ψαρόνα, έκανε μια δυναμική στροφή ψηλά στον αέρα και βούτηξε με φόρα πάνω από το κεφάλι της άσχημης γάτας.
Αλλά τούτη τη φορά, μέσα στην έπαρση της σιγουριάς για ένα εύκολο θύμα και την έννοια του να κοκορευτεί στην ψαρόνα του, δεν πρόσεξε ότι η άσχημη γάτα είχε πλησιάσει το κέντρο της στέγης με αστεία βήματα και περίμενε εκεί ακριβώς συσπειρωμένη.
Στο πρώτο σλάλομ πάνω από το κεφάλι της, ένοιωσε το ρεύμα αέρα από το νυχοφόρο χέρι της καθώς έγραφε μια τροχιά ακριβώς δίπλα στο αριστερό φτερό του. Ξανά ανέβηκε ψηλά και βούτηξε πάλι προς το μέρος της, το παιχνίδι είχε και τους κινδύνους του, αλλά εκεί ήταν όλη η γλύκα.
Στην δεύτερη περατζάδα τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς όπως τα περίμενε.
Η άσχημη χαζή γάτα λες και αυτή την φορά έκανε την υπέρβαση της. Τα νύχια της τον πλησίασαν τόσο κοντά που τα ένοιωσε να γρατζουνάνε την άκρη της ουράς του. Και σε κλάσματα δευτερολέπτου χτύπησε ξανά και ξανά, στα δύο δευτερόλεπτα που ήταν πάνω από το κεφάλι της, τρεις φορές πρόλαβε και τινάχτηκε και προσπάθησε να τον πιάσει.
Ο Μάριος τα χρειάστηκε. Τρόμαξε τόσο πολύ που νόμισε ότι θα τον γράπωνε ακριβώς εκεί, ακριβώς εκείνη την στιγμή και είδε τρομαγμένος την ζωή του να περνάει μπροστά στα μικρά στρογγυλά ματάκια ματάκια του σαν σε ταινία. Όχι τίποτα άλλο αλλά θα έχανε την ευκαιρία να καταφέρει και την όμορφη ψαρόνα του! Αλλά και τις βόλτες και τις παρέες και τις κουβέντες με τους φίλους και τις φλυαρίες του. Για να μην μιλήσουμε για την πολιτική του καριέρα, και τις αγορεύσεις του και τα υπομνήματα και τις προτάσεις του, που θα έχαναν την ευκαιρια να εποφεληθούν από αυτά τα μέλη του συλλόγου, αν αυτός χανόταν!
Με την δύναμη που δίνει η απελπισία, ατσάλωσε τα μικρά περιποιημένα φτερά του και πέταξε την τελευταία στιγμή με μια απότομη κατακόρυφη κίνηση, ένα δύο μέτρα πιο ψηλά από την εμβέλεια των νυχιών της άσχημης γάτας.
Τρομοκρατημένος, πλησίασε την λεύκα, ακούμπησε στο κλαδί και προσπάθησε να σταματήσει την καρδιά του να χοροπηδάει. Α παπα! Παραλίγο να πάθει μεγάλη ζημιά, τι θα γινόταν ο κόσμος χωρίς αυτόν;! Μετά, μάζεψε τα κουράγια του, πήρε το σαρδόνιο ύφος του για το οποίο ήταν τόσο περήφανος και άρχισε να εξιστορεί στους φίλους σποργίτια και ψαρόνια που μαζεύτηκαν γύρω του την περιπέτεια από την οποία αυτός, ατρόμητος, είχε επιβιώσει. Έλεγε, έλεγε, έλεγε και τα υπόλοιπα πουλιά γύρω του τον άκουγαν με το στόμα ανοιχτό. Είπαμε ότι ο Μάριος αν ήξερε να κάνει κάτι πολύ καλά, αυτό ήταν να αφήνει τους ακροατές του άφωνους με τον υπέροχο προφορικό του λόγο.
Με το ένα μάτι κοιτούσε βέβαια και την ψαρόνα που χαμογελούσε ειρωνικά και του είπε άηχα ανοιγοκλείνοντας μόνο το ράμφος της
«Φλύαρε…!»
Κάτι έσπασε μέσα στην μικροσκοπική καρδούλα του Μάριου.
Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε απέναντι στην στέγη να δει τι κάνει η άσχημη γάτα, η αιτία που η ψαρόνα του έριξε το ειρωνικό βλέμμα της. Εκείνη είχε ξαπλώσει στην σκιά, και πλενόταν, ποιος ξέρει τι σκεφτόταν για αυτόν τώρα. Μπορεί να τον μισούσε που την κορόιδευε. Μπορεί να αισθανόταν ντροπή που δεν τα κατάφερε να τον πιάσει.
Ο Μάριος, σκέφτηκε για μια στιγμή ότι έπρεπε πια να βρει άλλο τρόπο για να διασκεδάζει την πλήξη του, ίσως με ένα λιγότερο επικίνδυνο τρόπο.
Α παπα! Η ζωή είναι μικρή για να διακινδυνεύει τόσα. Υπάρχουν και άλλα παιχνίδια που μπορεί να παίζει με λιγότερο επιθετικούς αντίπαλους.
Αχ! Φαντάσου να του χάλαγε λέει την τόσο προσεκτικά επιμελημένη φορεσιά του. Φαντάσου να – ο μη γένοιτο- τον άρπαζε και να του έκοβε κανένα πόδι!
Α ναι! Υπάρχουν και άλλα πλάσματα περισσότερο ευθραυστα, άρα και λιγότερο επικίνδυνα, να τα χρησιμοποιήσει κανείς σαν παιχνίδι.
Την ώρα που η άσχημη γάτα πάνω στην τσίγκινη στέγη γλιστρούσε σε ένα ύπνο παραιτημένο και χωρίς όνειρα, ο Μάριος είχε πάρει την απόφαση του.
Θα συνέχιζε την ζωή του και τις ασχολίες του και το κυνηγι της ψαρόνας του και τις κουβέντες με τους φίλους και τις φλυαρίες του αλλά...


Ποτέ! Ποτέ πια παιχνίδια με τον Εχθρό!

Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 10:15 π.μ. | Permalink | 8 comments
Τρίτη, Ιουνίου 10, 2008
...η Φιόνα, δεν χανει ποτε το χιουμορ της...
Αααουτς!
Καίει! Καίει! Καίει!



Η Φιόνα ακουμπούσε δύο δύο τις πατούσες πάνω στην τσίγκινη, καυτή από τον ήλιο του καλοκαιριού στέγη, τινάζοντας τις άλλες δύο εναλλάξ, για να αποφύγει το κάψιμο.
Διέσχισε την απόσταση διαγωνίως και πλησίασε στην άκρη εκεί που ο κισσός που φύτρωνε από κάτω, ρίχνει ένα μικρό ίσκιο, ίσα ίσα να την χωράει, και συσπειρώθηκε σε θέση αναμονής.

Πριν συνεχίσω όμως νομίζω ότι πρέπει πρώτα να σας μιλήσω λίγο για την Φιόνα.
Η Φιόνα είναι μια γάτα 7 χρονών, μεσήλικη δηλαδή, έμπειρη και εχέφρων, σοφή και ευφυής.
Είναι επίσης μια άσχημη γάτα. Το πανωφόρι της είναι πολύχρωμο είναι μια κλασσική calico γάτα με τα άσπρα και πορτοκαλιά μπαλώματα παρατημένα πάνω στο μαύρο φόντο από κάποιον ζωγράφο σε θολή ώρα hung over.
Πασαλειμμένη παντού ασύμμετρα, ούτε ο μεγαλύτερος γατόφιλος δεν θα μπορούσε να πει ότι είναι όμορφη.
Αλλά η Φιόνα το είχε φιλοσοφήσει το πράγμα και διόλου δεν την νοιάζει, ή μάλλον σηκώνει την μύτη της περιφρονητικά, μπροστά σε οποιονδήποτε την περιφρονεί.
Άλλωστε, είχε ρυθμίσει την ζωή της έτσι που να μην έχει ανάγκη την αποδοχή κανενός.

Παρ όλα αυτά κανείς δεν θα μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι η Φιόνα ήταν μια ιδιόρρυθμη γάτα.



Να για παράδειγμα, αυτή η μανία της να την αράζει στην μικρή τσίγκινη στέγη εδώ και χρόνια. Με κρύο ή με ζέστη, με χιόνι ή με καύσωνα που την έχανες που την έβρισκες, στην τσίγκινη στέγη!
Ίσως γιατί της άρεσε που από εκεί πάνω έβλεπε τα χωράφια μακριά, της άρεσε να ρεμβάζει, ειδικά άμα ήτανε χορτάτη από ποντίκια και ακρίδες που έβρισκε μέσα στους θάμνους χαμηλά. Η να κοιτάζει τα πουλιά που πετούσαν στον ουρανό, πολύ ψηλά για να τα φτάσει, πράγμα που δεν την εμπόδιζε βέβαια να βγάζει την γνωστή κυνηγετική κραυγή της, προειδοποίηση και υπόσχεση για το μέλλον ή… το παρελθόν –των πουλιών βέβαια-
Ωστόσο, η τσίγκινη στέγη είχε και ένα άλλο δέλεαρ. Τρία τέσσερα μέτρα πιο κει, εκτός από τον κισσό, φυτρώνει μια λεύκα από εκείνες τις ψηλόλιγνες που το χειμώνα μένουν γυμνές αλλά το καλοκαίρι γεμίζουν φύλλα και μετά εκείνους τους απαλούς κολλώδεις σπόρους. Α! τι υπέροχα παιχνίδια για την Φιόνα, ειδικά νωρίς το πρωί που τρελαινόταν καθώς ο αέρας τους παρέσερνε σε τρελούς χορούς και η ίδια χορεύει μαζί τους.
Αυτή η λεύκα είναι επίσης η κατοικία πολλών σπουργιτιών που ναι μεν φωλιάζουν όταν έχουν μωρά στις τρύπες της τσίγκινης στέγης σε σημεία δυσπρόσιτα για αυτήν, αλλά διαβιούν πάνω στο δέντρο όλο τον υπόλοιπο καιρό.
Η Φιόνα λοιπόν είχε βάλει στο μάτι αυτά τα σπουργίτια.
Για κάποιο λόγο δεν αποφάσισε ποτέ να σκαρφαλώσει στην λεύκα. Προτιμούσε να τα παρακολουθεί από την στέγη και να φαντάζεται ότι κάποτε θα έπιανε στα νύχια της εκείνο τον παχουλό σπούργο που άραζε στο κλαδί που ήταν στο ίδιο ύψος με την στέγη. Αυτός ξέροντας την απέχθεια της Φιόνας να σκαρφαλώνει στο δέντρο, την κορόιδευε από μακριά κάνοντας χαμηλές πτήσεις πάνω από το κεφάλι της αλλά έξω από την εμβέλεια των νυχιών της. Τότε κι αυτή χοροπηδούσε πάνω στην καυτή –ή την χιονισμένη- στέγη και έκανε άλματα εντυπωσιακά, μα μάλλον ανόρεχτα, για να τον πιάσει, και εκείνος πάντα ξέφευγε, τερετίζοντας κοροϊδευτικά.

Αλλά ακόμα και η υπομονή της πιο χορτάτης γάτας κάποια στιγμή στερεύει, και να που σήμερα, ντάλα μεσημέρι, πάνω στην καυτή τσίγκινη στέγη, η Φιόνα ήταν αποφασισμένη! Δεν θα το άφηνε να την εξευτελίζει άλλο, είχε έρθει το τέλος του.
Οι γυμνές πατούσες της πάτησαν επώδυνα πάνω στο καυτό μέταλλο, αισθάνθηκε τον πόνο να την διαπερνά, αλλά αυτή εκεί. Σήμερα, θα το έπιανε. Σύρθηκε συμπυκνωμένη μέχρι την μέση της στέγης, παραμόνεψε, τινάχτηκε με εκπληκτική ακρίβεια και επιτέθηκε ακριβώς την στιγμή που το σπουργίτι περνούσε πάνω από το κεφάλι της. Ξανατινάχτηκε πιο ψηλά από κάθε άλλη φορά, τέντωσε τα νύχια της άπλωσε τα μπροστινά πόδια, εξαπόλυσε την πολεμική –όχι την κυνηγετική- κραυγή της, τα έδωσε όλα για να το πιάσει το άτιμο. Και μετά ξανά και ξανά με αστραπιαίες κινήσεις και πηδήματα καθώς εκείνο έκανε τις συνηθισμένες επιδέξιες περατζάδες του.
Το σπουργίτι, τα χρειάστηκε λίγο, πρώτη φορά η Φιόνα το είχε πλησιάσει τόσο πολύ, σκέφτηκε την συμβία του που θα έμενε μονάχη, -τα μικρά είχαν πετάξει από την φωλιά αρκετό καιρό τώρα-. Η ζωή του πέρασε σαν ταινία μπροστά στα στρογγυλά ματάκια του, σκέφτηκε φίλους, βόλτες και κουβέντες και φλυαρίες, σκέφτηκε ότι όλα αυτά ήταν πολύ πολύτιμα για να τα χάσει για ένα παιχνίδι με τον εχθρό. Την τελευταία στιγμή έκανε την ύστατη προσπάθεια καθώς αισθανόταν τα νύχια της Φιόνας στα φτερά της ουράς του και με ένα σπάσιμο της μέσης που θύμιζε παλιό θρυλικό καλαθοσφαιριστή, πέταξε ακόμα πιο ψηλά… και γλίτωσε.
Η Φιόνα με τα τσουρουφλισμένα πόδια το φύσαγε και δεν κρύωνε. Μα πιο πολύ και από τα εγκαύματα στις πατούσες της ένοιωθε την ντροπή που αυτό το μικρό άθλιο σπουργίτι της ξέφυγε για άλλη μια φορά. Ο εγωισμός της είχε τρωθεί και η ίδια κατατροπωθεί.
Μαζεύτηκε πάλι στην λιγοστή σκιά του κισσού κοιτώντας από μακριά το σπουργίτι που πετούσε τρομαγμένο μεν, ελεύθερο δε, έγλυψε τις καμένες πατούσες της, έριξε και ένα γενικό μπανιάρισμα όπως κάνουν όλες οι γάτες που θέλουν να περισώσουν την αξιοπρέπεια τους λέγοντας:


"Σιγά! Δεν μου ξέφυγε! Εγώ το άφησα να φύγει!"

Βλέπετε, η Φιόνα είναι μια γάτα με χιούμορ.
Και πέρα από τα νύχια και τα δόντια και τη αιλουροειδή ευκαμψία της, αυτό είναι το μεγαλύτερο όπλο της –όπως και όλων των γατιών εδώ που τα λέμε-.
Όσο για το φτωχό το σπουργίτι, αυτό μπορεί να γλίτωσε, αλλά από ότι φαίνεται, το δικό του το χιούμορ έπεσε στον βωμό της τρομάρας του. Έκοψε με το μαχαίρι τις βόλτες πάνω από την τσίγκινη στέγη και περιορίστηκε στους φίλους, τις βόλτες, τις κουβέντες και τις φλυαρίες του!
Η Φιόνα πάλι, έκανε ότι κάνουν πάντα οι γάτες.
Ξάπλωσε κάτω από τον κισσό και έριξε ένα τετράωρο υπνάκι να ξεκουραστεί…





Μαΐστα!



Αφιερωμένο σε ένα φίλο που μου έγραψε :


"Καλούτσικα γράφεις –αν εξαιρέσω την γατομανία σου-"
Καλά φίλε, μην κλαις! Θα σε παίξουμε!
:ppp


Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 4:13 μ.μ. | Permalink | 6 comments
Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008
96 ωρες και 18 λεπτα -in photos-
31 Δεκεμβρίου 2007




12:45 bang !!!!!




8 ώρες : η ώρα του παιδιού




20:45 big bang + 4 ώρες : speechless




22:45 demolishing things
+ 3 ώρες : speechless





Νύχτα.... 4 ώρες : Xanax/no dreams






20 ώρες : διορθωτικές κινήσεις αυτοσυντήρησης





Νύχτα.... 4 ώρες : Xanax/no dreams






20 ώρες : πόσο μεγάλη είναι μέρα;




Νύχτα.... 4 ώρες : Xanax/no dreams




Αλλες 20 ώρες


Νύχτα.... 4 ώρες : Xanax/no dreams






Αλλες 7 ωρες



13:15 διάδρομος Now it’s really over. Can I please die now?



1 Ιανουαρίου 2008

Σας άρεσαν οι φωτογραφίες μου;
Τελευταία με έχει πιάσει μανία να φωτογραφίζω μικροσκοπικά πράγματα.
Οσο πιο μικροσκοπικά τόσο καλύτερα.
Με βοηθάει να κατανοώ την βάση των πραγμάτων





Χμ... αν και όχι τόσο αποτελεσματικά πάντα πρέπει να ομολογήσω...



Πείτε μου ποιά σας αρέσει και σας την στέλνω
:)

Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 1:10 π.μ. | Permalink | 5 comments
usefull  View My Public Stats on MyBlogLog.com