Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2007
O καφές και τα φλυτζάνια του
Για να πω την αλήθεια,
δεν αγαπώ πολύ τον καφέ.
Ένα νες καφέ στη δουλειά με μπόλικο γάλα για να μετριάζει την πικράδα του με συντροφεύει όλο το οκτάωρο και πάλι δεν τελειώνει όλος.
Το καλοκαίρι τον φτιάχνω με κρύο νερό και καταλήγω να τον πίνω ζεστό και τον χειμώνα η τελευταία γουλιά του ζεστού καφέ μου, καταναλώνεται παγωμένη εκεί κατά τις πεντέμισι με έξι η ώρα.
Στο σπίτι πάλι πίνω ένα ελληνικό καφεδάκι τα πρωινά του Σαββάτου και της Κυριακής κι αυτό όχι ολόκληρο.

Όταν ήμουν παιδί, η μαμά ετοίμαζε καφέ για τις φιλενάδες της στην κουζίνα του σπιτιού σε ένα μικρό καμινετάκι οινοπνεύματος.
Οι γειτόνισσες φίλες της, έρχονταν κατά τις έντεκα αφού έκαναν τις δουλειές τους και ετοίμαζαν το φαγητό και καθισμένες γύρω από μια μεγάλη γκαζιέρα πετρελαίου που έκανε χρήση συσκευής για το μαγείρεμα και θερμάστρας τις υπόλοιπες ώρες, έπιναν ένα ελληνικό καφέ την ώρα που συζητούσαν τα δικά τους.
Εγώ έστηνα αυτί από το διπλανό δωμάτιο και παρακολουθούσα τις περιπέτειες σογιών, οικογενειών και κουτσομπολιά και υποθέσεις τρίτων με όλες τις λεπτομέρειες που έκαναν τον γύρο στις κουβέντες τους.
Και μαζί άκουγα συνταγές, ιδέες για πλεκτές με το βελονάκι κουβέρτες και σχέδια που ζηλότυπα έκρυβαν η μία από την άλλη για να μην έχουν οι κόρες τους την ίδια στο νυφικό κρεβάτι τους.
Γιατί, τα εργόχειρα, συνόδευαν τις γειτόνισσες στην επίσκεψη τους

τυλιγμένα στοργικά μέσα σε πλαστικές σακούλες από τα ψώνια στου Δραγώνα, κάτι πράσινες σακούλες με κίτρινα γράμματα που περιείχαν γκομπλέν και πετσετάκια με τα απαραίτητα εργαλεία, ψαλιδάκια και κλωστές και δαχτυλήθρες και βελόνες κεντήματος και βελονάκια ψιλά no 6,5 ή μερικές φορές και 7 και κουβαράκια με κλωστές λεπτότατες λευκές ή μπεζ.
Τις έβλεπα μαζεμένες εκεί, η μαμά και η κυρά Βούλα –η κολλητή της φίλη- και η κυρά Αμαλία και η κυρά Βάσω και η κυρά Σταυρούλα, καθισμένες στις ψάθινες καρέκλες γύρω από την γκαζιέρα, να πίνουν καφεδάκι σε μικροσκοπικά λευκά φλιτζανάκια με λουλούδια και να τα λένε καθώς τα χέρια τους πέταγαν στα γκομπλέν σταμπωτά καδράκια και τις λεπτές στενές δαντελίτσες με βελονάκια για τις μαξιλαροθήκες κάποιας προίκας και στα μοτιφάκια που συμπλήρωναν σαν παζλ λευκές νυφιάτικες κουβέρτες από γυαλιστερή, άριστης ποιότητας, βαμβακερή κλωστή.
Τα κουτσομπολιά που συνόδευαν την παρέα, λιγότερο ή περισσότερο κακεντρεχή συμπλήρωναν την εικόνα και από την κουβέντα παρέλαυναν, ιστορίες για σόγια και οικογένειες και καλούς και κακούς συζύγους, για κακές συννυφάδες και κουνιάδες και πεθερές, και κάποια στιγμή η ατμόσφαιρα γινόταν βαριά, έπιναν μια μικρή γουλίτσα και συνέχιζαν σε μικρές σιωπές, με το κεφάλι σκυμμένο στα εργόχειρα τους.
Άλλες φορές πάλι που η κουβέντα έπαιρνε άλλη τροπή άκουγες φωνές και χαχανητά όταν η πιο θαρραλέα από αυτές έλεγε σκαμπρόζικα αστεία και σόκιν ανέκδοτα και γελούσαν όλες μαζί κοιτάζοντας κιόλας μήπως πήρε τίποτα το αυτί κανενός πιτσιρικιού από εμάς που παίζαμε στα άλλα δωμάτια ή στην αυλή.
Στο τέλος με μικρή ενοχή στα μάτια για την χρήση της απαγορευμένης
από την θρησκεία Σολομωνικής, αναποδογύριζαν το φλιτζάνι στο πιατάκι και μετά διάβαζαν στα καφετιά μονοπάτια στο εσωτερικό του, το Μέλλον.
Την Παρασκευή, το εξομολογιόνταν και στον παπα Γιώργη για να χουν και το κεφάλι στους ήσυχο.


Α! Πρέπει να διασκέδαζαν πολύ με τον πρωινό καφέ τους όλες αυτές οι γυναίκες…




Μετά που πέρασαν τα χρόνια και άρχισα να πίνω κι εγώ καφέ, λαθραία στην αρχή –η μαμά έλεγε ότι τα κορίτσια δεν πρέπει να πίνουν καφέ πριν τα 18 τους- σε καφετέριες, με τον ελληνικό καφέ να βιάζεται κυριολεκτικά, σε αυτόματα μηχανήματα, ψημένος στον ατμό της μηχανής του εσπρέσσο. Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Δοκίμασα και τον φραπέ, ένα πικρό νεροζούμι μου φάνηκε, που σωζόταν μόνο με νια γερή δόση γάλα και μερικές κουταλιές ζάχαρη.

Όμως η παρέα ήθελε καφέ και εγώ ήθελα την παρέα, σιγά σιγά συνήθισα το σαπουνοαφρίζον κατασκεύασμα και με συνόδεψε στις νεανικές συντροφιές. Ιδιαίτερα όταν άρχισα να καπνίζω, το ποτήρι με το νες καφέ φραπέ, εκείνο με το μεταλλική βάση από κάτω που είχε και ένα χερούλι στο πλάι, μαζί με το πακέτο των τσιγάρων και τον αναπτήρα σχημάτιζαν μπροστά μου πάνω στο τραπέζι μια πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στους ανθρώπους που προσπαθούσα να καταλάβω τότε χωρίς πάντα να το καταφέρνω.

Αυτό κράτησε και μετά, που άρχισα να εργάζομαι, ένα καφεδάκι μικρό από το καφενείο, κρυμμένο κάτω από το γραφείο –έμπαιναν πελάτες τότε στην εταιρεία και το boss δεν ήθελε να φαίνονται καφέδες πάνω στις επιφάνειες των γραφείων-.
Αυτά τα λαθραία καφεδάκια φτιαγμένα από τον Αντώνη τον καφετζή του κτηρίου θες γιατί ήταν απαγορευμένα, θες γιατί ήταν συντροφιά τις ώρες που επιθυμούσα να είμαι έξω στον κόσμο και να τον κατακτώ –χωρίς ωστόσο να μπορώ να το κάνω- άρχισα να τα αγαπάω και να καταλήγω στο είδος του καφέ που μου άρεσε περισσότερο. Ελληνικός ελαφρύς και πολύ γλυκός.

Μετά παντρεύτηκα και ο καλός μου έφερε στο σπίτι τις δικές του συνήθειες. Μ΄ όλο που ο ίδιος δεν κάπνισε ποτέ στην ζωή του, αγαπάει τον Ελληνικό καφέ. Με ενάμισι κουταλάκι καφέ και δυόμισι ζάχαρη σε μικρό φλιτζανάκι, ουσιαστικά βγαίνουν έξι - εφτά γουλιές από το θεϊκό εκχύλισμα. Όταν το δοκίμασα για πρώτη φορά, μια ηδυπαθής έκρηξη γλύκας, νοστιμιάς και καφεΐνης έσκασε στο στόμα μου και έγινα ορκισμένη φαν του είδους.
Ο Νικόλας δεν αφήνει κανέναν άλλο να του φτιάξει αυτό το καφεδάκι.
Τον ετοιμάζει προσεχτικά με το συγκεκριμένο κουταλάκι και το συγκεκριμένο φλιτζάνι για να γίνουν οι αναλογίες όπως πρέπει. Και τον πίνει δύο φορές την ημέρα.
Μια με δύο φορές την εβδομάδα υποκύπτω και εγώ στον πειρασμό αυτού του καφέ και μου φτιάχνει ο ίδιος ένα φλιτζανάκι, που η ζάχαρη που περιέχει αντιστοιχεί σε μία πλάκα σοκολάτας.
Επίσης αφαιρεί προσεχτικά το καϊμάκι που δεν μου αρέσει, από πάνω.
Συνήθως πίνω δύο τρεις γουλιές και αφήνω τις ενοχές να με αποτρέψουν να πιω τον υπόλοιπο.
Η, το καλύτερο, πίνω από τον δικό του καμιά γουλιά για την γεύση χωρίς τις ενοχές.
Όπως είπα τα φλιτζανάκια για αυτόν τον καφέ είναι συγκεκριμένα. Από τότε που παντρεύτηκα έχουμε αγοράσει πάρα πολλές εξάδες από όμοια σε σχήμα φλιτζανάκια. Ο καλός μου δεν έχει πρόβλημα με το χρώμα ή την διακόσμηση αρκεί να έχουν το συγκεκριμένο σχήμα που προτιμάει.
Πολλές φορές μένει ένα μόνο από ένα σετ και δύο από άλλο, ακόμα περισσότερες φορές τα χεράκια σπάνε στο πλυντήριο πιάτων, αλλά εκείνος δεν τα αλλάζει με τίποτα.
Σε δύο τέτοια παράταιρα φλιτζανάκια πίνουμε καφέ αυτόν το καιρό.
Χωρίς χερούλι, τα πιάνουμε καυτά από το χείλος και τα μεταφέρουμε στο καθιστικό, ψάχνοντας να βρούμε θέση ανάμεσα σε εφημερίδες και περιοδικά για να τα ακουμπήσουμε, κάθε Σάββατο και Κυριακή που πίνουμε μαζί καφέ.

Πόσο σοφά έχουν γίνει αυτά τα φλιτζανάκια!
Πόσα πράγματα δεν έχουμε συζητήσει μπροστά τους για πολιτικά και κοινωνικά θέματα και για την παιδεία και για το περιβάλλον και για την θρησκεία και για τις γκρίνιες με τα σόγια και... και το τι θα φάμε σήμερα και για τον αν πρέπει να ασπρίσουμε τον κήπο και για εκείνη την τηλεόραση LCD που ζαχαρώνει εδώ και καιρό και για τις γάτες και για τις δουλειές και για όλα.

Από όλα τα φλιτζανάκια και τις κούπες που είχα στο σπίτι μου όλα αυτά τα χρόνια αυτά είναι τα αγαπημένα μου, ή μάλλον όχι μόνο αυτά.

Αλλά και όλα που υπήρξαν και έσπασαν και πετάχτηκαν.

Και όλα που θα αγοράσω και θα χρησιμοποιώ στο μέλλον και που θα γίνονται κι αυτά σοφότερα από Σαββατοκύριακο σε Σαββατοκύριακο.



Είπα να γράψω κι εγώ για τις αγαπημένες μου κούπες αλλά δεν μου βγήκε.
Δεν αγαπώ τις κούπες, ούτε τον καφέ.
Περισσότερο αγαπώ την διαδικασία να πίνεις καφέ και αυτή την συντροφικότητα που δημιουργείται πάνω από δυο φλιτζανάκια / κούπες / ποτήρια.
Η και πάνω από ένα καμιά φορά, παρέα με τον εαυτό σου, όταν θέλεις να βγεις να κατακτήσεις τον κόσμο και ξέρεις ότι δεν μπορείς...




Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 12:15 μ.μ. | Permalink | 26 comments
Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007
my feline paradise # 9 Νερίνα the cat
Κυρίες και κύριοι
σας παρουσιάζουμε
την
Νερίνα the cat




Μόλις η Νερίνα t.c. ήρθε στο σπίτι,
απόχτησε την πρώτη της άτσαλη φωτογραφία...


...ανακάλυψε ότι τα χέρια μας ήταν πολύ νόστιμα πράγματα...

...μας κοίταξε με τα τρομακτικά γκρεμλινίσια μάτια της ...

... αδιαφόρησε για το almost dark cat...

... διάλεξε την δ ι κ ή της πολυθρόνα στο καθηστικό...

...και ξεκουράστηκε από μια δύσκολη μέρα στο καλύτερο κρεβάτι...

Τι; νομίσατε ότι αυτά είναι όλα που είχα να σας πω για την Νερίνα the cat;
Οχι βέβαια!
Η υπόθεση "καινούριο γατάκι στο σπίτι" δεν εξαντλείται σε εφτά φωτογραφίες.

Ιδού λοιπόν:
Το όνομα

«Την γάτα θα την βγάλουμε Νερίνα!» Δήλωσα κατηγορηματικά.
«Νερίνα; Πως έτσι;» Απόρησε ο καλός μου
Έχει ο ίδιος βρει τα ονόματα όλων των γατιών που έζησαν μαζί μας και το βέτο μου μπορεί να μην του κακοφάνηκε, αλλά σίγουρα τον παραξένεψε.
«Γιατί η νερίνα είναι φιλενάδα και εκτός από το nick της αυτό είναι το όνομα της μαγικής, μεγάλης της κόρης! Θέλω και εγώ μια Νερίνα στη ζωή μου.»
Αυτά έγιναν μόλις είδα το γατάκι στην φωτογραφία και αποφάσισα να το πάρω. Η αγαπημένη μου νερίνα, το είχε βρει σε αγγελία στο www.mycat.gr και μου έστειλε το λινκ.
Είχαν προηγηθεί οι ατελείωτες μέρες που έψαχνα και μετά θρηνούσα για τον Μέρλιν και η νερίνα ήταν πάντα εκεί, κάθε λίγες ώρες στο μέιλ μου να με παρηγορεί, να μου στέλνει καλημέρες και αστειάκια για να ξεχαστώ, να νοιώθω ένα άνθρωπο που νοιάζεται πάντα δίπλα μου.
Έχω πει πόσο αγαπάω την νερίνα; Είναι ότι πιο κοντινό σε επιστήθια φίλη έχω ή είχα ποτέ, ακόμα κι αν δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ από κοντά. Και κατέχει επίσημα την θέση της στα δάχτυλα του ενός χεριού, που μετριούνται οι άνθρωποι των οποίων η γνώμη μετράει για μένα.
Έτσι τιμής ένεκεν το νέο γατάκι ονομάστηκε Νερίνα. Νερίνα the cat ή πιο σύντομα Νερίνα t.c. για να ξεχωρίζει από το nick νερίνα και από την Νερίνα την κόρη της.

Η πρώτη επαφή

Με την μεσολάβηση της νερίνας ήλθαμε σε επαφή με την καλή κοπέλα που είχε μαζέψει τρία μικρά από τον δρόμο. Το γκριζόασπρο γατάκι που ήθελα, ήταν αυτό που την πλησίασε πρώτο από την κούτα που τα είχαν πετάξει και έκανε τις δημόσιες σχέσεις για την διάσωση όλων τους. Καλά, όχι ότι χρειαζόταν και πολύς κόπος, η Νότα είναι μια εξαιρετική κοπέλα που κάνει αγώνα για να διασώσει όσο πιο πολλά ζωάκια μπορεί.
Πριν μας την εμπιστευτεί, περάσαμε από face control και όχι μόνο. Μας ρώτησε για τα πάντα, που θα μένει η γάτα, αν θα βγαίνει στον δρόμο ή θα ζει στο σπίτι, αν θα την προσέχουμε, για τον κτηνίατρο που θα την παρακολουθεί, αν σκοπεύουμε να την στειρώσουμε και ένα σωρό άλλα. Και πολύ καλά έκανε! Αν πρέπει να βρεις σπίτι για ένα ζωάκι δεν αρκεί να βρεις κάποιον να το πάρει για να το ξεφορτωθείς. Πρέπει να νοιάζεσαι και σε τι χέρια θα πέσει.
Υποθέτω ότι οι όποιες αντιρρήσεις πιθανόν να είχε η Νότα χάθηκαν όταν με είδε να πιάνω για πρώτη φορά στα χέρια μου την μικρή, ένα μπαλάκι χνουδωτό, βάρους 500 γραμμαρίων, προσεχτικά και με λαχτάρα σαν να ήταν πολύτιμο αυγό Φαμπερζέ!

Στο σπίτι

Η μικρή, λεπτεπίλεπτη σαν κλαράκι, αποδείχθηκε χαλκέντερη.
Υπέμεινε μια διαδρομή μιάμισης ώρας από το Χαλάνδρι στο σπίτι χωρίς να χολοσκάσει καθόλου. Στο δρόμο έπαιζε με το χέρι μου μέσα από τα κάγκελα του καλαθιού μεταφοράς που αγοράσαμε ειδικά για την περίσταση. Μετά αντιμετώπισε με συγκαταβατικότητα τον κτηνίατρο, από όπου περάσαμε πρώτα , πήρε το κολλύριο για τα ματάκια της με θάρρος και γενικά ήταν μια ατρόμητη μικρή κυρία, ηλικίας 45 ημερών!
Στο σπίτι από την πρώτη στιγμή ανακάλυψε το κουτί με την άμμο της, εξερεύνησε όλα τα δωμάτια, έφαγε μια απίστευτη ποσότητα φαγητού που έκανε την κοιλιά της να φαίνεται σαν να είχε καταπιεί ένα μπαλάκι του τένις, σκαρφάλωσε στο κρεβάτι και τις πολυθρόνες. Τέλος ανακάλυψε ότι μπορούσε να σκαρφαλώνει με τα νυχάκια της όλη την διαδρομή από το πόδι μου μέχρι την αγκαλιά μου και να απαιτήσει μ αυτό τον τρόπο την προσοχή μου.
Το βράδυ κοιμήθηκε ήσυχη στο καλάθι της και την επόμενη μέρα, ξεκούραστη πια, μας έδειξε το εκπληκτικό ταμπεραμέντο της.

Η ζωή μαζί της

Στην ζωή μου έχω ζήσει με πολλές γάτες, που τις έχω μεγαλώσει από μωρά αλλά καμία δεν ήταν σαν κι αυτή την γάτα. Η νερίνα λέει ότι αυτό το γατάκι είναι όλες οι γάτες μου μαζί!
Η Νερίνα t.c. δεν είναι μια μυστηριώδης γάτα! Είναι ένα πλάσμα ολότελα γήινο.
Σε ελάχιστες ώρες συμπεριφερόταν λες και ζούσε μαζί μας από πάντα.
Αυτό σημαίνει βέβαια ότι οικειοποιήθηκε τα πάντα αμέσως, έκανε αισθητή την παρουσία της με απίστευτα παιχνίδια και μας ακολουθούσε παντού γιατί ήθελε παρέα.
Όπως όλα τα μωρά, κουραζόταν εύκολα και έψαχνε την πρώτη αγκαλιά που έβρισκε κοντά της, για να πάρει ένα πεντάλεπτο υπνάκι και μετά να συνεχίσει ακάθεκτη.
Όντας τόσο πολύ μικρή, και έχοντας συνηθίσει έναν εξάκιλο γάτο να τριγυρίζει στα δωμάτια, μας φαινόταν εύθραυστη και ευάλωτη αλλά η ίδια δεν είχε την ίδια γνώμη.
Αυτό το γατί είναι το πιο ατρόμητο γατί που έχω δει ποτέ. Ορμάει μέσα σ΄ όλα, δεν την φοβίζουν ούτε δυνατοί ήχοι ούτε φωνές ούτε μαλώματα –στα οποία ο Μέρλιν ήταν ιδιαίτερα δεκτικός-
Συνήθως μένει κρυμμένη και ξαφνικά ορμάει στα πόδια μας από το πουθενά, έχει πολύ πλάκα έτσι μικροσκοπική που είναι ιδιαίτερα όταν παίρνει φόρα για να κάνει επίθεση. Από την πρώτη στιγμή τα κορμιά μας αποτέλεσαν γι αυτήν μια ατελείωτη παιδική χαρά, μετά τα χρησιμοποίησε για κρεβάτι ιδιαίτερα με τις ψύχρες των τελευταίων ημερών.
Ένα μήνα μετά η Νερίνα t.c. δεν είναι πια βρέφος.
Είναι ένα παιδάκι προσχολικής ηλικίας, με τις χαριτωμενιές και τα καμώματα του. Εξακολουθεί να δαγκώνει και να γρατζουνάει πάνω στο παιχνίδι και τα χέρια μου είναι ξανά ριγέ από τις νυχιές της –μου είχε λείψει αυτό τον καιρό που είχα χάσει τον Μέρλιν, και μην γελάτε, εμένα καθόλου δεν με νοιάζει να με γρατζουνάνε οι γάτες, είναι ένα είδος επικοινωνίας που έχω μαζί τους-
Τρέχει σαν σφαίρα μέσα στο σπίτι, κυνηγάει χάρτινα μπαλάκια, επιτίθεται με ορμή στα πεσμένα γιασεμιά στον κήπο, και βγάζει ένα απαλό κεφαλάκι από τις γωνιές που κρύβεται για να μας παρασύρει στα παιχνίδια της.
Τρώει πολύ πιο λίγο τώρα από ότι τις πρώτες μέρες, έχει γίνει ψηλή και λεπτή με μακριά άκρα και ουρά, και έχει μάθει να έρχεται μόλις χτυπάμε το κουδουνάκι. Το τρυκ αυτό, να την καλούμε για φαγητό με το συγκεκριμένο ήχο, το σκεφτήκαμε όταν ανακαλύψαμε ότι όταν ο Μέρλιν είχε χαθεί δεν είχαμε τρόπο να τον φωνάζουμε γιατί δεν άκουγε σε ψιψιρίσματα. Άλλωστε γιατί να το κάνει. Αρκούσε να ρίξει ένα χουρχούρισμα και εμείς τσακιζόμαστε να του βάλουμε να φάει όποτε ήθελε εκείνος…
Επίσης έχει μια πολύ απαλή γούνα, σίγουρα κάποιος πρόγονος θα είχε ρίζες agora αλλά όπως λέω συνήθως και στον γκοντζίλα να έμοιαζε, εγώ θα την έβρισκα υπέροχη!

Προσπαθώ να βρω ένα επίθετο ταιριαστό με την Νερίνα t.c. , όπως έλεγα για την Σάνυ «η Έξυπνη» για τον Λάιανο «ο Φευγάτος» για τον Μέρλιν «ο Πορφυρογέννητος»
Δεν έχω βρει τίποτα.
Το μόνο που μου κολλάει λίγο, είναι Νερίνα t.c. η Χαοτική.
Δεν ξέρω.
Είναι πολύ μικρή ακόμα για να καταλάβω τι την χαρακτηρίζει περισσότερο.
Τώρα μπορώ να την χαρακτηρίσω μόνο Νερίνα t.c. «το γατάκι videoclip»!
Η ζωή μαζί της είναι γεμάτη από σύντομες έντονες σκηνές, με νευρικό μοντάζ και δυναμική σκηνοθεσία.

Και με αυτό τον τρόπο μας κάνει και εμάς να νοιώθουμε λίγο πιο δυναμικοί, λίγο πιο ορμητικοί, λίγο πιο ανακουφιστικά χαοτικοί.

Και λίγο πιο νέοι.

Ετικέτες

 
posted by ralou at 5:30 μ.μ. | Permalink | 37 comments
Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2007
The long and winding road to Paltsi
volume #2 : Το θύμα

Ο Γρηγόρης μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε να γυρίσει σπίτι του στην Πάλτση.
Από νωρίς στα τσιπουράδικα του Βόλου τα είχε κοπανίσει για τα καλά, μετά έμπλεξε με την παλιοπαρέα και κατάληξαν στο ξενυχτάδικο έξω από την πόλη.
Αχ! Μόνο έτσι ξεχνιέται ο άνθρωπος!



Οικοδόμος ο ίδιος, με τα χέρια του έφτιαξε τα ρουμς του λετ στο προικώο της Πηνελόπης της γυναίκας του, έκοψε και τις καστανιές που είχαν αγριέψει και πέντε έξι κουκουναριές και ετοιμάστηκε να τα κονομήσει γερά. Είχαν πέραση τα σπίτια μέσα στο δάσος, οι τουρίστες αμάν κάνανε να τα νοικιάσουν.
Και κοίτα να δεις! Να σου έρθει μετά το δασαρχείο, λίγο πριν ανοίξει εκεί κατά τον Μάιο, και να σου πει ότι είσαι παράνομος και δεν σου δίνουν άδεια! Άδεια τα είχε τα δωμάτια όλο το καλοκαίρι, και το δάνειο έτρεχε.
Οκτώβρης πια, ανοίξανε και τα σχολεία, τα κουτσούβελα είχαν ένα σωρό έξοδα και η συμβία του η Πηνελόπη όλο να του γκρινιάζει για τα λεφτά.

Τι να σου κάνει ο άνθρωπος, κάπως πρέπει να ξεχαστεί.
Πήγαν λοιπόν στο ξενυχτάδικο με τα φιλαράκια του, ήπιανε κάτι μπουκάλια μπόμπες, ακούσανε την Σβετλάνα να τραγουδάει "Ιστορία μου, Αμαρτία μου", μετά ήρθε στο τραπέζι τους, του τρίφτηκε λιγάκι, ζαλίστηκε ήπιε κι άλλο και τώρα πια στις 4 τα ξημερώματα θυμήθηκε ότι πρέπει να γυρίσει στο σπίτι.

Το ημιφορτηγό με τα σύνεργα ακόμα στην καρότσα, πήρε το δρόμο για το χωριό, ο δρόμος στενός, σκοτάδι πίσσα, δεν είχε και φεγγάρι, αλλά τόσες φορές που είχε κάνει την διαδρομή, ήξερε τον δρόμο μονάχο του, στον αυτόματο πιλότο το είχε βάλει. Ο ίδιος κρατώντας το τιμόνι ένοιωθε το στομάχι του να ανακατώνεται, και το κεφάλι του να γυρίζει και βλαστήμαγε μέσα από τα δόντια του την μαύρη του την τύχη, το δασαρχείο, την Πηνελόπη, την μπόμπα που είχε πιει και τον γαμ/νο το δρόμο, που με τις στροφές τον ζάλιζε ακόμα πιο πολύ.
Στον δρόμο δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα και ευτυχώς, γιατί το τιμόνι του ξέφευγε συνέχεια και το ημιφορτηγό έγραφε οχτάρια πάνω στην άσφαλτο.


Ο Γρηγόρης σκεφτόταν επίσης την Σβετλάνα, δίμετρη ξανθιά από την Ουκρανία, -μα τι τις ταϊζουν και γίνονται τόσο ψηλές;- να του κουνιέται με το φουντωτό μαλλί της ναι να του γνέφει πονηρά.
Και όσο την σκεφτόταν τόσο πιο πολύ πατούσε το γκάζι χωρίς να το καταλαβαίνει, και τόσο το αυτοκίνητο άνοιγε ταχύτητα και βρέθηκε να τρέχει σαν τρελό στον στενό επαρχιακό δρόμο.



Στην μεγάλη στροφή δύο χιλιόμετρα πριν το χωρίο, ο Γρηγόρης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή και σαν τα άνοιξε είδε να διαγράφονται στον νυχτερινό ουρανό τρεις –ναι! Τρεις!- Σβετλάνες με τα φουντωτά μαλλιά τους και να του γνέφουν πονηρά, μα τι τις ταϊζουν και ψηλώνουν τόσο. Ετριψε τα μάτια του για δει καλύτερα και το επόμενο πράγμα που κατάλαβε ήταν να έχει πεταχτεί στο χώμα στα πόδια της μιάς Σβετλάνας, της μικρότερης και να τρώει χώμα και σκίνα.

Κάθισε ακούνητος μια στιγμή και μετά σάλεψε σιγά σιγά βογκώντας να σηκωθεί.
Το ημιφορτηγό πίτα πάνω στο μεσαίο δέντρο και ο ίδιος στο χώμα πλάι του.
Με όση δύναμη του έμεινε σηκώθηκε, έκανε το σταυρό του σαν κατάλαβε ότι είχε Αγιο με το μέρος του εκείνο το βράδυ και φώναξε βοήθεια μέσα στη σιωπή.
Ευτυχώς ένα άλλο αυτοκίνητο έτυχε να περνάει, τον μάζεψαν οι άνθρωποι, τον πήγαν στο ιατρικό κέντρο και όλοι λέγανε και ξαναλέγανε πως είχε Άγιο που την γλύτωσε με ένα σπασμένο χέρι και μερικούς μώλωπες.
Μπανταρισμένος με γύψους, ράμματα και γάζες γύρισε σε τρεις μέρες στο σπίτι του και υποσχέθηκε στον εαυτό του να φτιάξει ένα μικρό εκκλησάκι εκεί στην άκρη του δρόμου, που έπεσε πάνω στο δέντρο και όμως σώθηκε.

Κατά τον Μάρτη που είχαν ζεστάνει οι μέρες, ο Γρηγόρης φρόντισε να υλοποιήσει την υπόσχεση του, πήρε από τα υλικά που είχαν περισσέψει από τα χτισίματα στο οικόπεδο της Πηνελόπης, τσιμεντόλιθους και τούβλα και τσιμέντο και ασβέστη κι όλα τα χρειαζούμενα και παρκάρισε το αυτοκίνητο του ξαδέλφου του, δανεισμένο για την περίσταση –το ημιφορτηγό το είχαν πάρει για παλιοσίδερα- δίπλα στο δέντρο που είχε τρακάρει.
Οι τρεις κουκουναριές δίπλα-δίπλα είχαν χώρο αρκετό μπροστά τους.
Ανασκουμπώθηκε, έφτιαξε λάσπη και έχτισε ένα μεγαλούτσικο εκκλησάκι με τη βάση του, το χώρο για το καντήλι και τις εικόνες του, την τετράριχτη σκεπή του, μερακλίδικα και περιποιημένα πράγματα.


Αύριο θα ερχόταν πάλι να το ασβεστώσει και να το περιποιηθεί περισσότερο, θά έφερνε και λάδι στο μπουκάλι για να ανάβει το καντήλι όποιος περνούσε από κει και λουμίνια και καρβουνάκια και λιβάνι να υπάρχουν.
Αναψε ένα καντήλι και ένα θυμιατό που σκόρπισε τον μοσχοβολιστό καπνό του σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και ευχαρίστησε τον Θεό που την έβγαλε καθαρή.

Καθώς κοιτούσε προς τα πάνω το μάτι του αγκάλιασε και τις τρεις κουκουναριές, κάτι του θύμισαν έτσι ψηλές και λιγερόκορμες, σκέφτηκε εκείνες που έκοψε από το χωράφι της Πηνελόπης, δεν βαριέσαι, δέντρα είναι, τι ψυχή έχουν.

Μετά μπήκε στο αυτοκίνητο του ξαδέλφου και οδήγησε προς το χωριό και σ όλο το δρόμο ένας σκοπός τριγυρνούσε στο μυαλό του "Ιστορία μου, Αμαρτία μου"


Αχ! μωρή Σβετλάνα....


Η άλλη πλευρά...: Οι αυτόπτες μάρτυρες



------------------------
Οι φωτογραφίες πάντα από τον h.constantinos
Σε αυτό το πόστ, η δεύτερη εκδοχή της ιστορίας των τριών αδελφών, από την μεριά του θύματος αυτή τη φορά.
Τις φωτογραφίες του Κωνσταντίνου -δύο από αυτές υπαρχουν και στο προηγούμενο ποστ, τις πείραξα ασύστολα στο Photoshop , για να γίνουν νυχτερινές.
Ομως, όπως έχω ξαναπεί, η αξία είναι στο πρωτότυπο.
Τα υπόλοιπα είναι απλώς θέμα τεχνικής.


Ετικέτες

 
posted by ralou at 1:11 μ.μ. | Permalink | 12 comments
Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2007
Ενα μικρό μέρος της ιστορίας τριών αδελφών, στο δρόμο για την Πάλτση
volume #1 : Οι αυτόπτες μάρτυρες

Στο σκοτεινό Πήλιο, το αυτοκίνητο, στο δρόμο για την Πάλτση έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πάνω στις στροφές του στενού δρόμου.

Η Μάρω, το κοίταξε από το ύψος των δέκα μέτρων της λυγερής κορμοστασιάς της.
“Μα τι έχουν πάθει αυτά τα μικρά μαλακά κινούμενα πλάσματα με τις βρωμερές μηχανές τους; Ετσι που πάει θα καταλήξει πάνω μου και θα το φάει το κεφάλι του!”
Η Μαίρη και το Μαράκι στα δεξιά της κούνησαν την κόμη τους συμφωνώντας με την μεγαλύτερη αδελφή τους.

Η Μάρω η Μαίρη και το Μαράκι καθόλου δεν έχουν ανάγκη τα ονόματα που τους έδωσα βέβαια.
Γιατί δεν είναι άνθρωποι.



Είναι και οι τρεις τους μεγάλες, σχετικά νεαρές κουκουναριές του είδους Pinus Pinea, που είναι φυτρωμένες στο Πήλιο, στο δρόμο για την Πάλτση.
Οι τρεις αδελφές στέκουν μοναχικά πάνω στη στροφή του δρόμου.
Αλλες κουκουναριές δεν υπάρχουν τριγύρω.
Ούτε βέβαια έχουν φωνή να μιλήσουν.
Αν θέλει να πει κάτι η μια στην άλλη επικοινωνούν υπόγεια εκεί που οι ρίζες τους μπερδεύονται, από μερικά εκατοστά κάτω από το έδαφος μέχρι το μεγαλύτερο βάθος που έχουν χωθεί για να βρίσκουν νερό και ουσίες.
Οι τρεις αδελφές είναι ευχαριστημένες με το σπίτι τους.
Η θέα είναι καταπληκτική, ο αέρας περνάει ανεμπόδιστος ανάμεσα τους, ο ήλιος τις λούζει χωρίς να υπάρχει ανταγωνισμός όπως στα δάση και οι βροχές τις ποτίζουν με ευκολία.
Τις φωτιές δεν τις φοβούνται, ψήλωσαν αρκετά πια και μια φωτιά στους χαμηλούς θάμνους από κάτω δεν τις τρομάζει. Πολύ περισσότερο, που εκεί που βρίσκονται στην άκρη του δρόμου πάνω στην στροφή, ποιος να ενδιαφερθεί να τις πειράξει.
Απολαμβάνουν η μία την συντροφιά της άλλης και παρατηρούν τα μαλακά κινούμενα πλάσματα, όταν βαριούνται να κάνουν ότι κάνουν συνήθως τα δέντρα.
Και έτσι που στέκουν δίπλα στο δρόμο γίνονται μάρτυρες της κουταμάρας αυτών των μαλακών κινούμενων πλασμάτων με τις βρωμερές μηχανές τους.
Καμιά φορά σταματάνε κάτω από τον ίσκιο που δημιουργεί η πλούσια κόμη τους και τότε οι τρεις αδελφές τους ακούνε να μιλάνε την ακατανόητη γλώσσα τους και φεύγοντας να αφήνουν σκουπίδια που συσσωρεύονται στη βάση του κορμιού τους.
Αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι τρεις αδελφές είναι όταν τους βλέπουν να τις προσπερνούν με απίστευτη ταχύτητα πάνω στη στροφή του δρόμου, μεγαλύτερη και από την ταχύτητα που πετάει μια κίσσα για παράδειγμα ή ένα σπουργίτι ή ακόμα και ένα πετροχελίδονο, - έχουν πολλά από δαύτα στη γειτονιά τους, φιλαράκια είναι, κάθονται στα κλαδιά τους πολλές φορές και φλυαρούν στις εξ ίσου ακατανόητες γλώσσες τους.

Η Μάρω λοιπόν η μεγαλύτερη κοιτούσε από μακρυά την μηχανή που ερχόταν προς την στροφή.
Συνήθως αυτές οι μηχανές κινούνται με μικρότερη ταχύτητα σαν περνούν από την στροφή αλλά τούτη δω ερχόταν σαν τρελή, με τα φώτα της να διακρίνονται από μακρυά αναμμένα σαν τα μάτια της μικρής αλεπούς που αντιφεγγίζουν στο σκοτάδι.
Κάνοντας μικρούς ακανόνιστους ελιγμούς, ασυνήθιστους και περίεργους η μηχανή την πλησίαζε τρέχοντας κατά πάνω της λες και την είχε βάλει στόχο.
Ηταν από αυτές τις φορές που θα ήθελε να είχε φωνή να φωνάξει «πρόσεχε! Σταμάτα! Έχει στροφή εδώ. Που πας, θα πέσεις πάνω μου.
Μέσα στην νύχτα ο βρυχηθμός της ακουγόταν τρομαχτικός, πλησίαζε όλο και πιο πολύ. Η Μάρω σκέφτηκε τις τρεις κουκουνάρες της που ήταν έτοιμες να σκάσουν και να πετάξουν τους ξύλινους καρπούς τους αύριο με την ζέστη του μεσημεριού.
Πάνω στον πανικό τις τίναξε με μιας εκείνη τη στιγμή, μια βροχή από μικροσκοπικά μαύρα σπόρια πέσαν στα πόδια της.
Η μηχανή με το μαλακό πλάσμα πλησίασε ακόμα πιο πολύ, η μυρωδιά της σκορπίστηκε στην ατμόσφαιρα, έκανε πάλι μερικούς παράξενους ελιγμούς και την τελευταία στιγμή βγήκε από τον δρόμο και έπεσε με φόρα πάνω στο κορμί... της Μαίρης δίπλα της!
Θόρυβος μεγάλος, τράνταγμα μεγαλύτερο, το χώμα σκάφτηκε στα πόδια τους, οι δυο πόρτες της φοβερής μηχανής άνοιξαν διάπλατα, το μαλακό κινούμενο πλάσμα τινάχτηκε από μέσα και έπεσε στο πλάι δίπλα στο Μαράκι, έμεινε ακίνητο μια στιγμή και μετά σάλεψε αργά βγάζοντας ήχους ακατανόητους. Σιγά σιγά σηκώθηκε και άρχισε να φωνάζει. Η μηχανή ακουμπισμένη ακόμα στα πόδια της Μαίρης άχνιζε, ακίνητη σαν πεθαμένο αγρίμι. Η ίδια η Μαίρη, πιο σοκαρισμένη από όλους, σειόταν ακόμα από την σύγκρουση. Το κορμί της σίγουρα θα πόναγε, κομμάτια από τον φλοιό της είχαν γδαρθεί και από τις πληγές είχε αρχίσει ήδη να τρέχει ο μυρωδάτος χυμός της.
Αλλά ούτε η Μάρω ούτε το Μαράκι μπορούσαν να την βοηθήσουν με κανένα τρόπο.
Αλλη μηχανή πλησίασε από μακριά και άλλα μαλακά κινούμενα πλάσματα βγήκαν από μέσα και μάζεψαν το πρώτο προσεχτικά.
Ισως το να μπορεί κανείς να κινείται να μην είναι τελικά και τόσο κακό πράγμα.
Ισως να μπορούσε να βοηθήσει την Μαίρη, να την στηρίξει τώρα που υπέφερε- αλλά τι ξέρει αυτή, ακίνητη στο χώμα έζησε όλη την ζωή της και έτσι θα ζήσει και τη υπόλοιπη. Να, πριν λίγο καιρό τι μπορούσαν να κάνουν που έβλεπαν απέναντι στην πλαγιά άλλες μακρινές συγγένισσες να καίγονται η μία μετά την άλλη και τίποτα να μην μπορεί να κάνει καμιά τους.-
Ωστόσο, πέρασε η νύχτα και ήλθε το πρωί, πήραν και την μηχανή από τα πόδια της Μαίρης, που σιγά σιγά συνερχόταν από το κακό.

Πέρασαν κι άλλες μέρες και νύχτες, πολλές κίσσες και σπουργίτια και πετροχελίδονα ήρθαν και τους επισκέφτηκαν και η μικρή αλεπού πέρασε να δει τι συνέβη, όλοι είπαν ένα λόγο στην γλώσσα τους, καλό, κακό ποιος ξέρει, ένα ειρωνικό βλέμμα στο μάτι της αλεπούς το παρατήρησε, οι πληγές της Μαίρης επουλώθηκαν, τα σπόρια τους γέμισαν πάλι το σκαμμένο από την τρελή μηχανή χώμα.
Το πράγμα ξεχάστηκε σχετικά εύκολα όπως εύκολα ξεχνούν τα δέντρα, μόνο καμιά φορά το σκέφτονταν έτσι περαστικά όταν βαριόνταν να κάνουν ότι κάνουν συνήθως τα δέντρα.



Ωσπου ξαφνικά μια μέρα, μια άλλη μηχανή πλησίασε στην άκρη του δρόμου και το μαλακό κινούμενο πλάσμα που είχε πέσει πάνω στη Μαίρη, πλησίασε και άρχισε να φτιάχνει ένα αντικείμενο περίεργο εκεί ακριβώς μπροστά στα πόδια της. Αλλο τέτοιο δεν είχαν δει οι τρεις αδελφές στην γειτονιά τους.
Το πλάσμα δούλεψε πάνω του ώρα πολλή, πέρασε το μεσημέρι και μέχρι το απόγευμα ακόμα το πάλευε. Οταν το τελείωσε, κάθισε και το κοίταξε έκανε παράξενες κινήσεις με τα χέρια του και μετά έβαλε μέσα του μια φωτίτσα μικρή και άναψε κάτι που έβγαλε καπνό και μυρωδιά ωραία και το πλάσμα κούναγε τα χέρια του και μίλαγε στην ακατανόητη γλώσσα του, κοιτώντας τον ουρανό.

Με τον καιρό συνήθισαν το παράξενο αντικείμενο στα πόδια της Μαίρης, και συχνά κι άλλα μικρά μαλακά κινούμενα πλάσματα έρχονταν και το κοιτούσαν και άναβαν ξανά την μικρή φωτίτσα και για λίγο έβγαινε και ο μικρός μυρωδάτος καπνός από μέσα του.
Και ύστερα η Μάρω σκεφτόταν ότι – παράξενο πράγμα- πολλές φορές τα μικρά μαλακά πλάσματα που πλησίαζαν με τις θορυβώδεις μηχανές τους, διέκριναν από μακριά το παράξενο άσπρο αντικείμενο στα πόδια της Μαίρης και χαμήλωναν λίγο την ταχύτητα τους και περνούσαν την στροφή για την Πάλτση λίγο πιο αργά, λίγο πιο προσεχτικά ίσως...
Αλλά πάλι μπορεί να ήταν και η ιδέα της.
Οι μεγάλες αλλά σχετικά νεαρές Pinus Pineae δεν κάθονται να πολυασχοληθούν με τις υποθέσεις των άλλων.
Συνήθως στέκονται εκεί και σείονται στον αέρα και μαζεύουν ήλιο και ρουφούν νερό και τινάζουν τους μαύρους ξύλινους σπόρους τους και ακούνε τις παράξενες γλώσσες των πλασμάτων και των πουλιών και της αλεπούς.




Και αρκούνται τέλος πάντων στο να κάνουν, ότι κάνουν τα μεγάλα δέντρα όταν δεν βαριούνται...


Η άλλη πλευρά...: το θύμα


------------------------------
Αλλη μια συνεργασία με τον h.constantinos.
Οι φωτό δικές του.
Εντυπωσιακές, αλλά στο μπλόγκ του θα δείτε και πολλές άλλες εξαιρετικές.
Φωτογράφισε τις τρεις μοναχικές κουκουναριές πάνω σε μια στροφή στον δρόμο για την Πάλτση του Πηλίου.
Το εκκλησάκι είναι πραγματικό, ευλαβική προσφορά κάποιου που σώθηκε από ατύχημα.
Δεν γνωρίζω βέβαια τις αληθινές συνθήκες.
Η Μαίρη, η Μάρω και το Μαράκι σίγουρα θα ξέρουν, αλλά αρνήθηκαν πεισματικά να μας το πουν.
Απλά προτιμούν να αγνοούν τα μαλακά κινούμενα πλάσματα και να ασχολούνται με ότι ασχολούνται τα μεγάλα δέντρα όταν δεν βαριούνται...


Ετικέτες

 
posted by ralou at 2:30 π.μ. | Permalink | 18 comments
Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2007
...ακουμπάω ελαφρά το χέρι του και αισθάνομαι ερωτευμένη μαζί του...
Με την άκρη του ματιού μου τον παρακολουθώ από την θέση του συνοδηγού.

Πολύ ιντελεκτουέλ τύπος, κομψός και φινε-
τσάτος.

Καθαρό πρόσωπο, λεπτό περιποιημένο μουστάκι και κοντοκουρεμένα μαλλιά, λευκό πουκάμισο, σκούρο παντελόνι, χέρια λεπτά με μακριά δάχτυλα, γυαλιά χωρίς σκελετό που αφήνουν τα τρυφερά του μάτια του καλυμμένα αλλά και εκτεθειμένα ταυτόχρονα.
Ο Δον Διέγο δε λα Βέγα αυτοπροσώπως, μου κάνει την τιμή να με συνοδεύσει απόψε σε πολύ χαϊκλασσάτη έξοδο για τις συνήθειες μου.
Καθώς οδηγεί με σίγουρες και σταθερές κινήσεις, κοιτάζει από δίπλα τις γάμπες μου με διακριτικό τρόπο, έτσι που να με κάνει να αισθάνομαι κολακευμένη χωρίς να με φέρνει σε αμηχανία. Ανοίγει και κλείνει τα παράθυρα κατά τις επιθυμίες μου, και μου προσφέρει ενα ματσάκι παιονίες σε παστέλ χρώματα.
Συγκινημένη ακουμπάω ελαφρά το χέρι του και αισθάνομαι τρελά ερωτευμένη μαζί του.

Α-συνέχεια...

Φανάρι.

Στην δεξιά λωρίδα σταματάει SUV μεγάλου κυβισμού και ο τύπος που το οδηγεί, έχει κρεμάσει το χέρι με το δαχτυλίδι έξω από το αυτοκίνητο και ακούει στην διαπασών τραγούδια το καλλίφωνου κυρίου Πασχάλη Τερζή.
Ο τύπος γυρίζει και με κοιτάει. Το τέλειο χτένισμα και μακιγιάζ μου φαίνεται ότι τον εντυπωσιάζουν γιατί δεν βλέπει και τίποτα άλλο. Μου γνέφει πονηρά και εγώ θίγομαι από την προσβολή. Γυρίζω επιδεικτικά το κεφάλι από την άλλη μεριά.
Ο συνοδός μου αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει με μια ματιά.
Η πόρτα του αυτοκινήτου ανοίγει και πετάγεται έξω με ορμή.
Το βλέμμα του έχει σκληρύνει, έχει βγάλει τα λεπτεπίλεπτα γυαλιά του, η λεπτοκαμωμένη σιλουέτα του φουσκώνει και μούσκουλα ξεπετάγονται σε σημεία που δεν υπήρχαν πριν. Κάνει την βόλτα του αυτοκινήτου, πλησιάζει τον τύπο και του χώνει μια σφαλιάρα με τόση ορμή που τον πετάει στο κάθισμα του συνοδηγού του SUV. Είναι τόση η σφοδρότητα της κατάστασης που στα μάτια μου γίνεται μια σκοτεινή φιγούρα που κινείται με την χάρη και την ταχύτητα ενός αίλουρου. Τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα σαν αντιλαμβάνομαι ότι μπροστά μου ο Ζορρό αυτοπροσώπως έχει μπει στην υπηρεσία της υπεράσπισης της τιμής μου και του καλού μου γούστου. Στο τέλος χαράσσει ένα ευμεγέθες Ζ στην γυαλιστερή μεταλλική μπογιά του ξένου αυτοκινήτου με τα κλειδιά του δικού του και απομακρύνεται.
Ο τύπος από το SUV έχει λουφάξει, έχει κλείσει τα παράθυρα και τη μουσική και κοιτάει με τρόμο το το φανάρι που δεν λέει να πρασινίσει ακόμα.
Λεπτότατες σταγόνες ιδρώτα εμφανίζονται στο μέτωπο μου και η ανάσα μου γίνεται πιο γρήγορη.
Συγκινημένη ακουμπάω ελαφρά το χέρι του και αισθάνομαι τρελά ερωτευμένη μαζί του.

Α-συνέχεια...

Η πόρτα του αυτοκινήτου του σενιόρ δε λα Βέγα,
ανοίγει και στην θέση του οδηγού κάθετα ξανά ο συνοδός μου σαν να μην έχει γίνει τίποτα.
Με τις σταγόνες του ενθουσιασμό να εξατμίζονται από το κορμί μου θολώνοντας ελαφρά τα τζάμια του αυτοκινήτου, ξεχνώ το περιστατικό παρατηρώντας τον προσεχτικά. Το κορμί του έχει έρθει στις κανονικές του διαστάσεις, ίχνος αδρεναλίνης δεν κυλάει στο αίμα του, μου χαμογελάει καθησυχαστικά. Οταν ανάβει πάλι στο φανάρι συνεχίζουμε τον δρόμο μας και ξεκινάει μια συζήτηση πάνω στις τελευταίες κυκλοφορίες εκδόσεων τέχνης που είναι το χόμπι του.

Το ρεστοράν που έχει κλείσει τραπέζι για το δείπνο είναι όμορφο και καλοβαλμένο. Παρατηρώ ωστόσο ότι δεν είναι ακριβώς κάποιο από τα συνηθισμένα μοδάτα που συναντάς πολιτικούς και TV περσόνες. Ισως από σεβασμό στην δική μου λιγότερο αριστοκρατική και λουστραρισμένη παρουσία. Ενα ρίγος ευχαρίστησης με διαπερνάει. Τι προνοητικός και πόσο λεπτοί οι τρόποι του. Πόσο νοιάζεται για την δική μου καλοπέραση έστω κι αν η εξοχότητα του έχει συνηθίσει αλλιώς.

Αισθάνομαι μια ζεστασιά στην καρδιά.
Συγκινημένη ακουμπάω ελαφρά το χέρι του και αισθάνομαι τρελά ερωτευμένη μαζί του.

Α-συνέχεια...

Στο διπλανό τραπέζι μια αντροπαρέα τρώει
και πίνει φωνάζοντας δυνατά. Το θέμα είναι ο αγώνας Santos – Morelia που έληξε ισόπαλος 2-2 και η διαφωνία είναι στο αν το δεύτερο γκολ της Santos ήταν off site ή όχι. Οι κουβέντες εξελίσσονται σε καβγά και ο Δον Διέγο δε λα Βέγκα παρακολουθεί με άγρυπνο αυτί, την ώρα που μου σερβίρει κόκκινο κρασί με τις εντσιλάδας μου. Οταν ο καβγάς φτάνει στο φόρτε του και όλοι οι θαμώνες του ρεστοράν κοιτάνε προς την φωνασκούσα παρέα, σηκώνεται ξαφνικά σαν μαύρος σίφουνας. Ο ταχύς αισθησιακός αίλουρος, πλησιάζει το απέναντι τραπέζι με γοργά βήματα. Ορθιος πάνω από την παρέα, δηλώνει με στόμφο ότι κανένας δεν θα επιβουλευτεί την τιμή της ομάδας του και μοιράζει φάπες στους διαφωνούντες. Η ορμή του είναι τέτοια που όλοι το βουλώνουν και λουφάζουν τρομαγμένοι. Το κύρος και η δύναμη του βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Το γαντοφορεμένο χέρι του ζωγραφίζει ένα Ζ πάνω στην επιφάνεια του τσιλι κον κάρνε που υπάρχει πάνω στο τραπέζι. Τα γκαρσόνια τον πλησιάζουν και τον ευχαριστούν που έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και μας κερνάνε ενα ακόμα μπουκάλι κρασί.

Εχω ιδρώσει ελαφρά από την έξαψη και τον κοιτάω με λαμπερά μάτια.
Συγκινημένη ακουμπάω ελαφρά το χέρι του και αισθάνομαι τρελά ερωτευμένη μαζί του.

Α-συνέχεια...

Μου χαρίζει ένα τριαντάφυλλο από την λουλουδού που περνάει
από το τραπέζι μας, και το πιο τέλειο χαμόγελο που έχω δει στην ζωή μου. Ο τρυφερός μου Διέγο είναι πάλι μαζί μου. Μετά το δείπνο, με οδηγεί στο χαλικόστρωτο πάρκινγκ με το χέρι του προστατευτικά γύρω από την μέση μου, μου ανοίγει την πόρτα να μπω στο αυτοκίνητο, μου δίνει το χέρι για να με βοηθήσει να καθίσω και ξεκινά για τη επιστροφή. Στην διαδρομή μου λέει πόσο υπέροχη είμαι , πόσο όμορφη και ενδιαφέρουσα, πώς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα. Σταματάει το αυτοκίνητο σε σημείο που επιτρέπεται το πάρκινγκ με φιλάει τρυφερά και απαλά, και αισθάνομαι να λιώνω στην αγκαλιά του.
Συγκινημένη ακουμπάνω ελαφρά το χέρι του και αισθάνομαι τρελά ερωτευμένη μαζί του

Μια μελωδία από την ποιμενική του Μπετόβεν ξεχύνεται από το κινητό του.
Απομακρύνεται σιγανά και απαντά στο τηλέφωνο.
Στο πορτοκαλί φως του δρόμου διακρίνω το υπέροχο πρόσωπο του να χλομιάζει.
Μουρμουρίζει κάτι μέσα από τα δόντια του, διακριτικά κάνω ότι δεν ακούω αλλά στήνω αυτί.

«Ναι μαμά! Δεν θα αργήσω, στο υπόσχομαι...... Ναι θα σου φέρω και τα διουρητικά σου, δεν το ξέχασα...... Οχι οχι! Είμαι καλά ντυμένος το ξέρω ότι κάνει ψύχρα...... Οχι μαμά, καμιά δεν μπορεί να με τυλίξει μην φοβάσαι..... καλά καλά..... θα προσέχω..... ναι στη μία το αργότερο...... και εγω σε αγαπάω!
Κλείνει το τηλέφωνο.
Με βλέπει που τον κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια.


Α-συνέχεια...


Κάτι αλλάζει πάνω του.
Η όψη του γίνεται σκούρα και άγρια. Ο αισθησιακός αίλουρος ξυπνάει και με κοιτάει με λιγωμένα μάτια.
«Λοιπόν κουκλάρα μου, που θα σε περπατήσω απόψε; Γουστάρεις μπουζούκια ή μπαρότσαρκα μέχρι πρωίας; Η μήπως να την αράξουμε μονάχα τα δυο μας στην γκαρσονιέρα του Βαγγέλη στο Καβούρι, που έχω και τα κλειδιά απόψε. Και μην σε νοιάζει! Στις μία θα είσαι σπίτι σου!»

Γαμη/νο αποσμητικό με πρόδωσες απόψε!
Ιδρώνω. Ιδρώνω πολύ! Τα τζάμια θολώνουν.
Αλαφιασμένη ακουμπάω βίαια το πόμολο της πόρτας.
Ειμαι μπερδεμένη αλλά και αποφασισμένη να το βάλω στα πόδια...!
Βροντάω την πόρτα πίσω μου και κάνω να φύγω αλλά τελευταία στιγμή γυρίζω πίσω. Θέλω να γράψω πάνω στο τζάμι του «ΖΑΓΑΡΙ»!
Αλλά ο αισθησιακός αίλουρος μέσα από το τζαμι με κοιτάει απειλητικά.
Προλαβαίνω ωστόσο να γράψω ένα Ζ πάνω στο λεπτό στρώμα σκόνης του παρμπρίζ, πριν κάνω νόημα σε ένα περαστικό ταξί που ευτυχώς, σταματάει και με παίρνει....








Λοιπόν agriokerasozouzouna, εσύ το ζήτησες και εγώ το έκανα.
Δον Διέγο δε Λα Βέγα ή Ζορρό. Ποιόν προτιμάτε;
Μα καλή μου οι άντρες είναι και τα δύο μαζί, ο ένας αλληλένδετος με τον άλλο.
Καμιά φορά υπερισχύει η μία περσόνα ή η άλλη.
Μερικές φορές η ζυγαριά γέρνει πιο πολύ από την μιά ή από την άλλη μεριά.
Πάντα όμως είναι και οι δύο εκεί.
Ενας εξημερωμένος αίλουρος μαζί με ένα εξαγριωμένο γατάκι.


Ποιόν προτιμώ;
Μα και τους δύο σε ισόποσες δόσεις σοφά κοντρολαρισμένες.
Προτιμώ τον Δον Διέγο δε λα Βέγα όταν δείχνει τα δόντια του...



.
.
.
.
.
.
.

...και τον Ζορό όταν δείχνει την τρυφερή
πλευρά του που κόβεται με την καρδιά ενός μαρουλιού.

Χμ! Δύσκολο βέβαια να το βρεις έτσι ακριβώς.
Αλλά είπαμε.
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία....











Εκκληση προς τους φίλους αναγνώστες:
Εσπασα το κεφάλι μου να βρω μια ταοριαστή λέξη από "Ζ" να γράψω στο παρμπρίζ.
Εχει κανείς/μία κάποια καλύτερη ιδέα από "ΖΑΓΑΡΙ";
Θα με υποχρεώσετε...!


Ιδού και η ανταπόκριση και σας ευχαριστώ:

Ο H.Constantinos είπε...
ΖΩΟΝ

Η An-Lu είπε...
ζαβός και ζουλάπι

Η Αγριο ΚερασοΖouzouna είπε...
Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο

Ζεβζέκης = ανόητος
Ζουλάπι = ζώον
Ζαγανιάρης = καχεκτικός
Ζάβαρης = δυστυχής
Ζαβός = βλάκας, ανόητος
Ζαρίφης=ευγενικός
Ζηλωτής=θαυμαστής
Ζαχαρένιος...!
Ο/Η Ρενατα είπε...
Ζούδι (ζώον αλλά πιο ξεφτίλικο)
Ο
βασίλης είπε...
Από Ζ το "ζαντός" σου κάνει;

Η ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ είπε...
Προτείνει Ζουλάπι.

Νομίζω ότι το "Ζουλάπι" έχει πολύ ρεύμα!
Ο Ηλιογράφος είπε...
Προτείνει :Ζαυλωμένος, και αναρωτιέμαι για την σημασία της λέξης.

Μήπως η προφανής;

Η Νερίνα είπε...
Καλά! η Νερίνα δεν είπε λέξη από Ζ αλλά.. ΕΓΡΑΨΕ!

Να πλαγιάσω τρυφερά το "Ζ" λέει, για να γίνει "Ν" !!!

Η panagiota είπε...
Ζαβαρακατρανέμια.....Ισως να νόμιζε οτι ήταν το διουρητικό...της μαμάς του και έπρεπε να την κάνει,με ελαφρά πηδηματάκια για το φαρμακείο a presto....
that's the spirit panagiota!

Ετικέτες

 
posted by ralou at 3:41 π.μ. | Permalink | 24 comments
Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2007
Mercedes S-Class 450 : ο παροπλισμός
Δεκαετία του 80.
Το απόχτησε με δυσκολία.
Λαμπερό, αστραφτερό, αντικείμενο πόθου διακαούς.
Αιτία και αφορμή ζήλιας και φθόνου για τον ευτυχή κατέχοντα.
Σύμβολο κύρους σαν περνούσε μπροστά από την πλατεία ή στο καφενείο του χωριού.
Κομμάτι του εαυτού του σαν το οδηγούσε στην Εθνική και μετά σε στενούς αγροτικούς δρόμους και αυτό αξιόπιστο και δυνατό, να τον κάνει να νοιώθει σπουδαίος.
Καταφύγιο σαν ήθελε να τρέξει για να ξεφύγει από τις σκέψεις.
Φωλιά, γραφείο και σπίτι, δόλωμα -για ευνόητους λόγους-.
Σταθερή οικονομική αιμορραγία μπροστά στις αντλίες βενζίνης, και στα τακτικά σέρβις.
Επαγγελματικό εργαλείο, που δήλωνε ευμάρεια, «είμαι πετυχημένος πλούσιος έχω κύρος μπορώ να αγοράζω ένα τέτοιο αυτοκίνητο».
Και ταξίδια κοντινά και μακρινά, αναπαυτικά, αθόρυβα, λουσάτα.

Μεσημέρια Κυριακής με σαγιονάρες, μουσική από το ραδιόφωνο και κουβά, σαπούνια, φυσικούς σπόγγους, το λάστιχο, κερί γυαλίσματος, κομμάτι δέρμα,- κούκλα το έκανε

Ανθρωποι που ταξίδεψαν μ' αυτό από την θέση του συνοδηγού.
Οι συνεργάτες σε επαγγελματικά ταξίδια, οι φίλοι σε αποδράσεις χειμωνιάτικες, μετά η οικογένεια και τα παιδιά στο πίσω κάθισμα –«Μπαμπά Μην Τρέχεις»- βαλίτσες, ομπρέλες θάλασσας, ψυγείο με μπύρες, γονείς και τρεχάματα σε γιατρούς, ξεπορτίσματα τις πρώτες πρωινές ώρες από την συζυγική εστία στα μπουζούκια και καλλονές με γυαλιστερά τοπάκια, ο σκύλος στο πορτ μπαγκάζ για τον κτηνίατρο, το βίντεο για φτιάξιμο στον μάστορα, τα παιδιά στα φροντιστήρια, κάποια στιγμή το έδινε και στον μεγάλο να κάνει τις τσάρκες του –στα 18 το πήρε το δίπλωμα ο άτιμος.

Πέρασαν ίσως περισσότερο κι από δύο δεκαετίες.
Κάτι τα ακριβά ανταλλακτικά, κάτι οι ζημιές που εμφανίζονταν όλο και συχνότερα, κάτι τα χρόνια τα δικά του που περνούσαν και η νεότητα που έφευγε, πήρε απόφαση να το αποχωριστεί, να ανανεωθεί και ο ίδιος, να δώσει στις ανάγκες του πιο προσγειωμένες λύσεις.
Χμ! ένας λόγος είναι αυτός.
Αγόρασε το καινούριο μοντέλο, μεγάλο, Γιαπωνέζικο, αρκετά αστραφτερό, λιγότερο σύμβολο κύρους, αλλά πιο οικονομικό και το ίδιο αξιόπιστο.

Ωστόσο δεν του πήγαινε η καρδιά να δώσει το παλιό για ανταλλακτικά.
Ούτε να το δώσει στην ανακύκλωση.











Στο τιμόνι του στριφογύριζαν τα όνειρα του όλων των χρόνων σε ατέρμονη τροχιά.
Στο λεβιέ τυλίγονταν ηδονικά, νύχτες εκπλήρωσης επιθυμιών και φαντασιώσεων.
Στο πεντάλ του φρένου στρίγκλιζαν οικογενειακές υποχρεώσεις.
Από το διάσημο σήμα του στο καπό, τον χαιρετούσαν οι επαγγελματικές προσπάθειες και επιτυχίες.
Στα δερμάτινα καθίσματα, κάθονταν κομμάτια της ζωής του, όμορφα και άσχημα. Είχαν ποτιστεί με τον ιδρώτα του και όχι μόνο, είχαν αποχτήσει ίχνη του DNA του, είχαν πάρει το σχήμα του κορμιού του.
Το αγαπούσε πια, το σεβόταν, το πονούσε.

Το οδήγησε για τελευταία φορά στο πιο ταιριαστό σημείο.





Έσβησε την μηχανή. Κλείδωσε τις πόρτες. Αφαίρεσε τα διακριτικά του. Το έντυσε με το παλιό κάλυμμα.
Του είπε ευχαριστώ.
Το άφησε να ξεκουραστεί.
Το άφησε να φύγει.

Πήρε το νέο Γιαπωνέζικο –μυρωδιά καινούριου, το κορμί άβολο πάνω στο καινούριο κάθισμα, τα πεντάλ σκληρά, ο λεβιές άμαθος ακόμα στα χούγια του- και βγήκε στο δρόμο...





Τις φωτογραφίες έχει τραβήξει ο h.constantinos.

Μου τις πρόσφερε για να γράψω κάτι γι αυτές.

-----------------------

Constantine,
Γνωρίζω για τα αυτοκίνητα ελάχιστα πράγματα - σε φαντάζομαι να ... ανατριχιάζεις-
Σε παρακαλώ, μην μείνεις στις τεχνικές λεπτομέρειες –διόρθωσε τες αν είναι λάθος-, καθόλου δεν ξέρω πότε κυκλοφόρησε ένα τέτοιο μοντέλο, έβαλα τη χρονολογία στην τύχη.

Επίσης δεν ξέρω αν έπρεπε αυτός ο άνθρωπος να παρατήσει τη λαμπερή αλλά γηραιά Γερμανίδα του για μια κομψή νεαρή Γιαπωνέζα.
Η γριά κότα έχει το ζουμί και η νέα το κρέας αλλά διόλου δεν είμαι σίγουρη αν η νέα ορμονοταϊσμένη κότα έχει την αξία της παλιάς χωριάτικης αλανιάρας.

Ουπς! Χωριάτικη αλανιάρα η αριστοκράτισσα Γερμανίδα;!
Θα πέσει φωτιά να με κάψει!



Καλό Μήνα σε όλους σας!

Ετικέτες ,

 
posted by ralou at 2:10 π.μ. | Permalink | 29 comments
usefull  View My Public Stats on MyBlogLog.com